Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά: Επιστολή προς Παύλον Ασάνην

Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά: Επιστολή προς Παύλον Ασάνην
14 Νοεμβρίου 2012
Αφιερώματα / Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς  

Η θεολογία του ακτίστου φωτός.
1. Συναντήσας εσάς πρόσφατα, εσύ, που κατά την εξ αίματος καταγωγή είσαι συγγενής των κατεχόντων την βασιλεία αλλά κατά τις πνευματικές προδιαγραφές έχεις επιλέξει να είσαι υιός και αδελφός ημών που είμαστε ελάχιστοι λόγω της πτωχείας του πνεύματος που μακαρίζεται από τον Κύριο, ανέφερες ότι ποθείς να μάθεις ποια είναι η δοξασία της οποίας η αρχική πηγή είναι ο Ακίνδυνος και σε ποίου, απ’ όσους σε όλη την ιστορική εξέλιξη εξέφρασαν άνομα φρονήματα για τον Θεό, το έργο, τον λόγο και τα γέμοντα φλυαριών συγγράμματα εμπιστεύτηκε, ώστε να προβεί περαιτέρω κατά της δόξας του Θεού η οποία με αποδεικτικά τεκμήρια κατέστη σαφής στο Θαβώρ.
 
Η εν λόγω απόπειρα δεν φαίνεται να είναι τόσο δοξασία αλλά μάλλον κάποια αδοξία και μάλιστα όλη η αδοξία και όχι επιμέρους· διότι όποιος ασπάζεται την εν λόγω αδοξία περιπίπτει σε οιαδήποτε εκτροπή προσιδιάζει στο (εν λόγω αρνητικά χαρακτηρολογικό) όνομα, αφ’ ενός κατά το ότι αντιμετωπίζει απαξιωτικά την θεία εκείνη δόξα και όσους ανέκαθεν και κατά την παρούσα ιστορική στιγμή την ανύψωσαν κατά το μέτρο της δυνατότητάς τους, αλλά, για να μιλήσουμε αληθέστερα, τον ίδιο τον εαυτό του, και αφ’ ετέρου κατά το ότι έχει αποκτήσει εξ αυτής της θέσης την νόσο της έσχατης ηθικώς κακοδοξίας»· και τρίτον, το οποίο κατ’εξοχήν έρχεται σε αντιπαράθεση με την απορία της σεβασμιότητάς σου, με το να μη συντάσσεται με καμιά άποψη και καμιά εκδοχή μέχρι τέλους αναφορικά με αυτή την δόξα (επισφαλή εκδοχή) για την οποία εσύ θέτεις ερωτήματα. Είναι εφικτό μάλιστα να μάθεις την εν λόγω ασυμφωνία του με σαφήνεια και από τα αυτόγραφα συγγράμματα εκείνου, τα οποία έχουμε (στην διάθεση μας).
 
Πράγματι, όποια άποψη θα είχε κάποιος για το φως εκείνο, θα εύρει κατά την εκτύλιξη του περιεχομένου τους την αντίθετη· καθώς φαίνεται λοιπόν ο συγγραφέας των τέτοιου είδους συγγραμμάτων στο εν λόγω σημείο ακριβώς έδωσε ιδιαίτερη προσοχή, να στρέφεται εναντίον του εαυτού του με κάποιους ανατρεπτικούς συλλογισμούς και να αντιφάσκει με τον εαυτό του καταρχάς ως προς όλα και με πολλούς τρόπους, για καθένα από τα θέματα που βρίσκονται στο προσκήνιο, και στον καθένα από τους υπολοίπους (θεολογούντες) κατά πολλούς βέβαια τρόπους αλλά όχι σε όλα τα ζητήματα· διότι ποιος θα μπορούσε, όπως ο ίδιος, να εντοπισθεί από όλους, καθώς αναφέρει γενικώς για το ίδιο ζήτημα όλες τις εκδοχές και ακόμη τις αντίθετες;
 
Διότι ποιά δοξασία είναι εφικτό να αποχτήσει κάποιος για το θειότατο εκείνο φως, το οποίο με απόρρητο τρόπο εθεάθησαν οι αριστίνδην εκλεγμένοι από τους αποστόλους, οι οποίοι τότε ανέβησαν από κοινού με τον Κυριον στο όρος, αφού είναι άκτιστο;
 
2. Αλλά ευθύς αμέσως θα έλθει αντιμέτωπος με την εχθρική προς το φως χείρα, η οποία γράφει: «δεν είναι εφικτό να οράται κάτι άκτιστο από καμιά κτιστή φυση ούτε από αυτές τις ανώτατες δυνάμεις που βρίσκονται πέριξ του θείου»· και πάλι: «τίποτε, όπως αυτό τούτο που υποπίπτει στην όραση των σωματικών οφθαλμών υπό οιαδήποτε προσέγγιση δεν είναι άκτιστο, έστω και αν είναι ο Μωυσής, έστω και αν είναι ο Παύλος που ανήλθε στον τρίτο ουρανό, έστω και αν είναι άγγελος, ή οντότητα που άπτεται της θείας θεωρίας»· και εκ νέου: «το μόνο άκτιστο φως και η άκτιστη δόξα, δηλαδή η θεία φύση, είναι παντελώς κατά την καθεαυτότητά της αόρατη». Άραγε δεν απέδειξε με σαφήνεια ότι είναι κτίσμα το φως εκείνο;
 
Και αν υποστηρίξει κάποιος ότι αυτό είναι θεία ενέργεια και όχι ουσία, εκ νέου προσεγγίζει (το ζήτημα) με αντίθετο φρόνημα η εχθρική συγγραφή και γνώμη του, όταν σημειώνει «δεν είναι εφικτό να θεαθεί κάποιος την συμπληρωματική ενέργεια της υψίστης θεότητας με σωματικούς οφθαλμούς υπό οιαδήποτε οπτική»· και πάλι, «πώς η κτιστή φυση θα θεαθεί την άκτιστη ενέργεια με σωματικούς οφθαλμούς, ακόμα και αν κάποιος είναι ισάγγελος και άγγελος;».
 
Αφού θέσει λοιπόν κάποιος στο περιθώριο το όνομα της ενέργειας, θα το ονομάσει θεία έλλαμψη και χάρη, προτιμώντας κατά κάποιο τρόπο ένα από τα κατάλληλα ονόματα. Αλλά θα εντοπίσει την ίδια χείρα να χρησιμοποιεί έμμετρους λόγους με άμετρη φορά και να γράφει εκ νέου κατά των απόψεων του: «Έπειτα νομίζει ότι πρόκειται για την άκτιστη χάρη, την οποία κανείς δεν είδε ουτε έχει τις οντολογικές προδιαγραφές για να την δεί, ακόμη και αν λάβει ως χάρισμα φύση αγγέλου». Όθεν ποια αναγκαιότητα υπάρχει να γράφουμε εδώ περισσότερα από τα γραφέντα από τον ίδιο προηγουμένως, έστω και αν είναι πολυ χειρότερα;
 
3. Αλλά επειδή και η άκτιστη ουσία είναι από κάθε άποψη αόρατη και την άκτιστη χάρι και ενέργεια, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, κανένας ούτε ακόμη άγγελος δεν είδε, θα ονομάσουμε κτιστό το φως εκείνο που εθεάθη από τους αποστόλους στο όρος με την δύναμη του πνεύματος, και έτσι θα κατευνάσουμε το φιλοπόλεμο ήθος του Ακίνδυνου;
 
Αλλά είναι εφικτό να εντοπίσουμε και επίσης να έχουν γραφεί εκ νέου από την χείρα του τα εξής: «και είναι δυνατόν, σε όσους επιθυμούν να έλθουν προς ημάς, να λάβουν την πίστη διά μέσου της όψης, ότι, δηλαδή, εάν κάποιος το υπέρλαμπρον φως που έλλαμψε στο όρος Θαβώρ, εξαιτίας του ότι έχει ονομασθεί παραδειχθείσα θεότητα από τον Θεολόγο Γρηγόριο και άκτιστο και αΐδιο από τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό, διαφορετικό αυτό χαρακτηρίζει ως προς το άκτιστο της ουσίας του Θεού, δεν θεωρώ ότι ο εν λόγω αιρετικός θεολογεί με έγκυρο τρόπο.
 
Και διότι έχει χαρακτηρισθεί ως φως άκτιστο και προαιώνιο και αΐδιο, δεν χαρακτηρίσθηκε όμως ως διαφορετικό από την ουσία του Θεού. Επομένως, ούτε εγώ υποστηρίζω αυτήν την άποψη. Σύμφωνα λοιπόν με τις απόψεις του και κατεξοχήν σύμφωνα με την πρόταση που διετυπώθη από τον ίδιο τώρα, εκείνο το φως που εωράθη, το οποίο υπέδειξε από πριν ότι είναι κτίσμα, είναι και ουσία και άκτιστο, μολονότι προηγουμένως υποστήριξε ότι δεν είναι δυνατόν να θεαθεί η χάρη και η ενέργεια ούτε από τους ίδιους τους αγγέλους.
 
Έχει μάλιστα παραδοθεί και αυτός ο λόγος του με γραπτό τρόπο και αυτολεξεί έχει διατυπωθεί σε πολλά σημεία των συγγραμμάτων του ότι «η θεία και άκτιστη χάρις και ενέργεια δεν είναι διαφορετική από την θεία ουσία», αλλά και στα κείμενα που μόλις προηγουμένως παρετέθησαν απεφάνθη ότι δεν είναι μόνο άκτιστη αλλά και αόρατη κατά την καθεαυτότητά της η ουσία του Θεού. Εδώ όμως υποστηρίζει ότι το φως που εωράθη είναι η ίδια η ουσία του Θεού· «διότι δεν είναι διαφορετικό από την ουσία», υποστηρίζει.
 
4. Αλλά θα υποστηρίξει ότι διατύπωσε λόγο για φως που έχει λάμψει στο Θαβώρ αλλά που δεν έχει καταστεί αντικείμενο της όρασης; Μια τέτοια διάκριση εισάγει την κατεξοχήν αφροσύνη. Διότι πώς έλλαμψε στο Θαβώρ, εάν δεν έχει οραθεί στο Θαβώρ; αλλά θα υποστήριζε κάποιος ότι διά μέσου του φωτός εκείνου εθεάθη η θεότητα που με παραδειγματικό τρόπο εμφανίσθηκε στο όρος, δηλαδή εννοήθη; Πρόκειται για μέγιστη υπεροψία ή, για να εκφέρω πιο ακριβή λόγο, για μέγιστη απάτη.
 
Διότι πώς νοείται αλλά δεν υποπίπτει στην όραση μια κατάσταση που είναι πολύ ανώτερη της όρασης; Αραγε δεν εκλαμβάνει εναντίον της δικής του συνείδησης, με απατηλό τρόπο στοχαζόμενος, το νοήσαι σε αντικατάσταση εκείνου το οποίο θα μπορούσε να θεαθεί διά μέσου οφθαλμών;
 
Και μάλιστα ενώ ακούει ότι το φως που έλλαμψε στο όρος από τον σωτήρα έγινε ορατό με τους οφθαλμούς των αποστόλων; Διότι λέγει «σήμερα κατέστησαν ορατά όσα είναι αθέατα από τους ανθρώπινους οφθαλμούς και είδαν την θεϊκή αυτή δόξα, αν και όχι στο εύρος που κατείχε, αλλά στον βαθμό που είχαν αντοχή αυτοί που περιέφεραν σωματικούς οφθαλμούς, προκειμένου να μην απωλέσουν μαζί με την όραση και την ζωή».
 
Αλλά όμως το εν λόγω φως που έγινε ορατό από τους οφθαλμούς των Αποστόλων, διά του οποίου αυτός υποστηρίζει ότι οράται (η θεία ουσία), δηλαδή νοείται από τα άτομα που θεώνται την ουσία του Θεού, τί από τα δύο είναι, κτιστό ή άκτιστο; Διότι, εάν ισχυρίζεται ότι είναι κτιστόν, από κοινού με την υπόλοιπη ασέβεια εμφανίζεται ενώπιόν μας και ως άλλος Ευνόμιος· διότι το να υποστηρίζεται ότι εκ των κτισμάτων νοείται η ουσία του Θεού και όχι η ενέργεια είναι διδασκαλία εκείνου και των οπαδών του. Εμείς όμως θα αρκεστούμε σε όσες αντιρρήσεις αντέταξαν απέναντί του ο Μ. Βασίλειος και ο αδελφός του που είχε τα ίδια φρονήματα μαζί του.
 
Και αν υποστηρίζει ότι είναι άκτιστο και το φως διά του οποίου οράται η ουσία, κατά την εκτίμηση του αυτό είναι η ουσία του Θεού. Διότι η ουσία είναι το μόνο άκτιστο φως κατά τις θεωρητικές τοποθετήσεις του. Υποστηρίζει λοιπόν ότι η ουσία του Θεού είναι καθεαυτή και αόρατη και ορατή, και το φως το οποίο προηγουμένως υποστήριξε ότι είναι κτιστό, τώρα κατά την εκτίμησή του είναι άκτιστο. Άραγε λοιπόν θα μπορέσει κάποιος να συμφωνήσει μαζί του ότι το ίδιο είναι κατά την καθεαυτότητά του και κτιστό και άκτιστο, και ορατό και αόρατο, και ουσία και μη ουσία, και μάλιστα όταν την κατασκευάζει και διακηρύσσει ως θεία, όχι μόνο για όλα όσα τώρα προσθέσαμε αλλά και για πολλά ακόμα;
 
5. Εμπρός όμως, ας υποθέσουμε ότι συμφωνεί κάποιος με αυτή την κατεξοχήν επιπόλαιη αφροσύνη· ας υποθέσουμε όμως, είπα, εφόσον κανείς δεν υπάρχει που να συμφωνεί μαζί του. Ολίγον έλειψε να μου διαφύγει, επειδή απεβλήθη από την μνήμη λόγω του περιφανούς της ατοπίας, ότι δεν είναι λίγοι όσοι εκφράζουν την προθυμία να φαίνονται ότι συμφωνούν μαζί του εσχάτως και πριν από τους υπόλοιπους ακόμη και το πρόσωπο που κατέχει το πατριαρχικό αξίωμα, προς τον οποίο και έστειλε το σύγγραμμα στο συνολό του, από το οποίο παραθέτουμε τις οικείες του σκέψεις· διότι οι κομιστές από εκεί μάς το έφεραν.
 
Και επειδή αυτός δεν φαίνεται μόνον αλλά και διδάσκει όσα και εκείνος και κινεί υπέρ του ιδίου όλα τα σχοινιά, ούτως ειπείν, άλλοι παρασύρονται από τις επαγγελίες του και από τα όσα προτείνει και προβάλλει αξιώματα, ενώ άλλοι φοβούνται τις απειλές και τις προσβολές και επίσης τις οξείες επιτιμήσεις (διότι αφορίζει και αποκηρύσσει και με προφορικό λόγο και με γράμματα προς τους ομοφρόνους του απέναντι σε όσους φέρουν αντιρρήσεις με κάθε τρόπο προς τον Ακίνδυνο), πολλοί συμφωνούν μαζί του ή υποκρίνονται ότι συμφωνούν. Αλλά όμως οιοσδήποτε συμφωνήσει κατά το ότι λέγει ότι το ίδιο είναι και κτιστό και άκτιστο, δεν θα διαφύγει την συνέπεια της σοφιστείας του σχετικά με αυτές τις απόψεις, αφου γράφει σαφώς τα εξής: «εγώ θεωρώ ως άνευ αξίας και το άκτιστο και το κτιστό της θεουργού σοφίας και χάριτος.
 
Διότι βεβαίως δεν πρέπει εμείς να προσκυνήσουμε την αντίφαση, ώστε, αν είναι η μια εκδοχή υπό ανάθεμα, θα είναι όχι λιγότερο και η δεύτερη». Άρα, δεν έχει εκπέσει από την χάρη ο δυστυχής, αλλά μάλλον έγινε αντίπαλός της, αν όχι και κάτι χειρότερο; Διότι αν έχουν εκπέσει από την χάρη όσοι δικαιώνονται με τον μωσαϊκό νόμο, όπως απεφάνθη σαφώς ο απόστολος αποστέλλοντας την επιστολή του προς τους Γαλάτες, σε ποια κατηγορία θα θέσουμε το άτομο που απαξιοί και αναθεματίζει τόσο το κτιστό όσο και το άκτιστο της χάριτος;
 
6. Έπρεπε βεβαίως, κατά τον επικυρωτή και προστάτη του Ακινδύνου, τον στην παρούσα φάση αρχιεράρχη και προφανώς αρχιποιμένα, και συγχρόνως διδάσκαλο και διάκονο αυτού, να πράττει τα πάντα. Διότι όπως αυτός υπέβαλε σε αφορισμούς εκείνους όσοι αντιλέγουν στον Ακίνδυνο και όσοι είναι των ιδίων απόψεων με αυτούς, όλους δηλαδή τους ανθρώπους τούς αφώρισε και απεκήρυξε, τον Ακίνδυνο όμως και εκείνους οι οποίοι φρονούν όσα ο ίδιος, στην κατηγορία των οποίων ανήκει και ο ίδιος ως πατριάρχης, περισσότερον από όλους τους άλλους, καθότι έχει προαποδειχθεί και αποδεικνύεται ότι αυτός αντιλέγει με τον εαυτό του παρά με τους άλλους.
 
Διότι, εφόσον τα ζητήματα που έχουν τεθεί από τον ίδιο και αντίκεινται είναι τέσσερα, σε έκαστον από αυτά ακολουθεί κάποια διπλή αντίθεση ή και τριπλάσια από τους άλλους και τόσες φορές ο ίδιος και ο υπέρ αυτού εκφωνών τους δήθεν αφορισμούς προς καθένα από όσα έχουν διατυπωθεί για τα εν λόγω δέματα αποδεικνύεται υπεύθυνος.
 
Κατά τον τρόπο λοιπόν που αυτός ο προστάτης του Ακίνδυνου αφώρισε όλους τους ανθρώπους, (στην πραγματικότητα όμως) τον εαυτόν του και όσους συμφωνούν με τις απόψεις του καταδίκασε σε αφορισμό περισσότερο απ’ όλους, έτσι και εκείνος που έλαβε εκ μέρους του την παρρησία προσφάτως χρησιμοποιεί το ανάθεμα. Διότι καθυποβάλλοντας στο ανάθεμα και τους δυο, τόσο εκείνους όσοι θεωρούν ότι η θεουργός χάρη είναι άκτιστη, η οποία κατά τους θεοφόρους πατέρες είναι η λαμπρότητα της θείας φύσης, σύμφωνα με την οποία και ο Κύριος έλαμψε στο όρος και υπέδειξε την λαμπρότητα των αγίων που τελείται κατά μεθεξιν, όσο και εκείνους που διαβεβαιώνουν ότι είναι κτιστή, καθότι κατά τον θεολόγο Γρηγόριο «επειδή μια ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ κτιστού και ακτίστου δεν μπορούν να κατασκευάσουν ούτε όσοι συνθέτουν τραγέλαφους», και αναγκαστικά όλους όσοι φρονούν ότι αυτή είναι κτιστή ή άκτιστη, κανείς δεν απομένει που να μην υποπίπτει στο σχετικό με τον Ακίνδυνο ανάθεμα.
 
Με πολλαπλάσιο μάλιστα τρόπο υποβάλλεται πλήρως και ο ίδιος στον εν λόγω κριτικό εκκλησιαστικό έλεγχο· διότι αυτός όχι μόνον από την αμεσότητα της αντίφασης, αλλά και από το γεγονός ότι άλλοτε αποφαίνεται πως είναι κτιστή και άλλοτε άκτιστη, περιπίπτει στο ίδιο με όλους τους άλλους ανάθεμα, ενώ ο Θεός τον έχει εγκαταλείψει ολοκληρωτικά και τον επικυρωτή του και προστάτη του δικαίως καθώς και για το συμφέρον του κοινού πληρώματος των ευσεβών.
 
Εφόσον λοιπόν και αυτοί επιτίθενται εναντίον μας, κατά τέτοιο τρόπο συνελήφθησαν όχι μόνον με τις φρικωδέστερες αποκηρύξεις των μεγάλων εκείνων συνόδων αλλά και με τους δικούς τους βρόγχους και καταπίπτουν στα βάραθρα τα οποία οι ίδιοι ανέσκαψαν, ολοκληρωτικά είμαστε όλοι εμείς αθώοι και μη υποκείμενοι σε σύλληψη· διότι σύμφωνα με το ψαλμικό «η παγίδα συνετρίβη και εμείς λυτρωθήκαμε», εμείς δηλαδή που αρνούμαστε ρητά αυτές τις διπλόες.
 
Έτσι, το άτομο που πορεύεται με απλότητα σύμφωνα με τον στίχο του Σολομώντα είναι ανώτερο από το άφρον που στρεβλώνει τους λόγους του, αυτό δηλαδή που προσφέρει ποικίλους δόλους ανάμικτους με ανοησία.
 
7. Το ότι είναι μάλλον αδοξία παρά δόξα και άνοια παρά διάνοια η κακόνοια του Ακίνδυνου, είτε την σύμφωνα με την διάθεση είτε την σύμφωνα με την απόφαση θα ήθελε κάποιος (δι’ αυτού του τρόπου) να χαρακτηρίζει -διότι αυτή φαίνεται ότι προβάλλει και κατά τις δύο όψεις- νομίζω ότι έχει αποδειχθεί με σαφή τρόπο από τα όσα ήδη έχουν λεχθεί.
 
Ποια γνώμη έχει αυτός στην συνείδηση του για το υπό εξέταση θέμα, δεν διαφεύγει καθόλου της προσοχής μας ούτε εκείνων που τείνουν συνετόν ους, καθόσον η εν λόγω κατάσταση έχει ελεγχθεί από εμάς πολλάκις με παρρησία. Και εσύ που εξετάζεις με σωστό τρόπο θα έχεις την δυνατότητα να κατανοήσεις κατεξοχήν επαρκώς από αυτά που λέγονται τώρα, ότι έχει την άποψη σε ύψιστο βαθμό ότι το φως της θεότητας είναι κτίσμα και φάσμα, όπως υποστηρίζει και ο Βαρλαάμ· διότι τις ανωτέρω ιδιότητες επιχειρεί να παρουσιάσει με πολλούς συλλογισμούς.
 
Και κατεξοχήν σε καθολική κλίμακα με τους λόγους του επιχειρεί να δείξει ότι κανένα από τα άκτιστα δεν γίνεται ορατό καθ’ οιονδήποτε τρόπο με τους οφθαλμούς, αλλά και στους ίδιους τους λόγους του, διά των οποίων κατασκευάζει και αποφαίνεται για το τέτοιου είδους θέμα, δεν υφέρπει και δεν κινείται υπόγεια κανένα αντίθετο που θα στρέφει την γνώμη στο εναντίον.
 
Όταν όμως το χαρακτηρίσει ως άκτιστο, όλη η κατασκευή που αναφέρεται στην υφή του κατά περίεργο τρόπο, σαν ένας κλέπτης που κρύπτεται, κλέπτει και μεταφέρει το άκτιστο προς την εντελώς αόρατη ουσία του Θεού, η οποία κατά τις δογματικές απόψεις του είναι η μόνη άκτιστη. Διότι οτιδήποτε διαφέρει αυτής κατά οιονδήποτε τρόπο το εγκαθιστά με φανερή προβολή ανάμεσα στα κτίσματα.
 
Και επειδή αυτός θεωρεί το φως της θεότητας ότι είναι κτιστό και φάσμα, το οποίο στην κυριολεξία ποτέ δεν υπάρχει, στηριζόμενος στην εν λόγω εκδοχή υποστηρίζει ότι δεν είναι ούτε κτιστόν ούτε άκτιστον. Νομίζω ότι έχεις αντιληφθεί την γνώμη της αδοξίας εξαιτίας της οποίας ο Ακίνδυνος εκινδύνευσε αναφορικά με τα θέματα της πίστης.
 
Και συμβαδίζει σχεδόν ο ίδιος με όλους που ανέκαθεν διατύπωναν μη θέσμια πράγματα για τον Θεόν. Και αυτό έχει διττή αιτία· διότι, αφού αθέτησε τις θείες ενέργειες σύμφωνα με τις οποίες και μόνες επιτρέπεται να θεολογούμε και από τις οποίες μόνο να συγκροτούμε τα οικεία στην ευσέβεια και να απομακρύνουμε τα αλλότρια, πώς δεν θα έσφαλλε και κατά την δική του γνώμη και δεν θα δεχόταν με απλό τρόπο όλες τις απόψεις όλων όσοι έχουν σφάλλει;
 
Και εκτός από αυτά, και όσα φαίνονται ότι διαφωνούν με βάση τα όσα έχουν θεολογηθεί από την πρώτη χριστιανική εποχή, διά μέσου των οποίων ανατρέπονται μεταξύ τους οι αιρέσεις που είναι αντίθετες κατά υπερβολή και κατά έλλειψη, παραινώντας ο ίδιος να υποστηρίζουμε ότι αγνοούμε πως είναι αντίθετα μεταξύ τους παραγγέλλει να μην χρησιμοποιούμε τίποτε από αυτά.
 
Και εκείνους όσοι λειτουργούν συμβιβαστικά τους κατηγορεί ως καινοτόμους και τους ονομάζει καινούς και υπερήφανους Θεολόγους, διότι κατά την γνώμη του δεν υπόσχονται ότι θα εξηγούν και θα διδάσκουν σε όλους τα συνετά. Πώς λοιπόν εκ νέου δεν συγκρότησε κάθε δόγμα πονηρό, αφού αυτός αναίρεσε όλα τα δεδομένα, διά των οποίων αναιρούνται όλα εκείνα;
 
 
8. Έτσι και για τους ανωτέρω λόγους αυτός είχε την έπαρση ότι συμφωνεί με όλους τους κακόβουλους αιρεσιάρχες, και κατεξοχήν με τον Άρειο, τον Ευνόμιο, τον Μακεδόνιο και με τον ίδιο τον Σαβέλλιο, έστω και «αν ο περί ου ο λόγος διήνυσε μια εκ διαμέτρου διαφορετική πορεία από εκείνους.
 
Διότι είναι δυνατόν στον Ακίνδυνο να εντάσσει στο ίδιο πλαίσιο τα ασύμπτωτα. Και διότι ο Άρειος και ο Ευνόμιος και οι όμοιοι με αυτούς, εκ του ότι δεν είχαν την δυνατότητα να αποδείξουν εκ των δεδομένων που η ίδια τους παρείχε ότι η ουσία του Πατέρα είναι έτερη προς αυτήν του Υιού, επεχείρησαν να υποκλέψουν τους πολλούς με βάση τα όσα υφίστανται πέριξ της περιοχής της και απεφάνθησαν ότι η άκτιστη ουσία είναι η αγεννησία που θεωρείται με υποστατικό τρόπο πέριξ της περιοχής της· έτσι, λοιπόν εξ ανάγκης υπολείπεται ότι ο γεννητός είναι κατ’ ουσίαν κτιστός.
 
Και απεφάνθησαν ότι είναι το ίδιο η ατρεψία, η απειρία, η σοφία, η αγαθότητα και με απλό τρόπο ότι όλα τα με φυσικό τρόπο θεωρούμενα πέριξ της θείας ουσίας δεν διαφέρουν καθόλου και υπό οιαδήποτε οπτική από την άγεννησία, δηλαδή από την ουσία του Θεού σύμφωνα με τις δικές τους εκτιμήσεις.
 
Και οτιδήποτε διαφέρει κατά κάποιο τρόπο από εκείνη το τοποθέτησαν στην ίδια κατηγορία με τα κτίσματα, με σκοπό ο Θεός να έχει κατά την εκτίμηση τους μια και συγχρόνως απλή ουσία και ο Υιός ως γεννητός να είναι άλλης ουσίας και τρεπτός και πεπερασμένος και με αρχή, με άλλους λόγους δηλαδή ότι είναι κτιστός και όχι όντως αγαθός.
 
9. Ότι ο Ευνόμιος λοιπόν υποστηρίζει ότι όλες οι πέριξ της θείας φύσης άκτιστες ενέργειες και γενικώς όλα όσα θεωρούνται με φυσικό τρόπο πέριξ αυτής δεν διαφέρουν καθόλου από την άκτιστη ουσία και ότι οτιδήποτε διαφέρει από την υφή της καθ’ οιονδήποτε τρόπο είναι κτίσμα, ο συλλογισμός δι’ ολίγων διαδικασιών απέδειξε με ενάργεια. Είναι όμως αξιόχρεοι μάρτυρες αυτού όσοι τον ακολουθούν αλλά και ως προς το εν λόγω σημείο τον αναιρούν.
 
Και το ότι αυτό ακριβώς είναι το ζήτημα που δογματίζεται από τον Ακίνδυνο, θα βεβαιώσουν και όλο το πλήθος των συγγραμμάτων του σχετικά με το περιεχόμενό του και τα ιδιόχειρα γράμματα και η γλώσσα του και όλοι σχεδόν που συναντήθηκαν μαζί του. Ας παρατεθούν όμως ορισμένα από αυτά που έχουν γραφτεί από τον ίδιο. «Διότι λέγει δεν έχουμε την δυνατότητα κάτι από τα άκτιστα και τα φυσικά του Θεού να θεωρήσουμε ότι είναι κάτι άλλο από την ουσία του και την φύση του»· και πάλι «όσα λέγονται για τον Θεόν δεν είναι διαφορετικά μεταξύ τους και όλα είναι διαφορετικά από την θεία ουσία και μεταξύ τους»· και πάλι «πως δεν είναι άκτιστες δύο θεότητες για να μην αναφέρω περισσότερες, αν η δύναμη του Θεού και η ενέργεια που τελεί κάθε έργο, η σοφία και η ζωή και η αγαθότητα είναι διαφορετικά τόσο από την θεία ουσία όσο και μεταξύ τους;
 
Και εκ νέου «το να μερίζεται ο Θεός και έτσι να γίνονται πολλά άκτιστα και να είναι διάφορα της θείας ουσίας και μεταξύ τους, είναι ασεβέστατο». Αλλά για τον Άρειο και τον Ευνόμιο δεν ήταν αυτό η πρόθεση της κακοδοξίας αλλά το οτι δεν διαιρείται κατά τις υποστάσεις ο μόνος, κατά την εκτίμηση τους, Θεός και ότι κατά συνέπεια είναι κτιστός ο Υιός που θεωρείται σε οικεία για τον ίδιον υπόσταση.
 
Το ότι δεν επιδέχεται οιαδήποτε διαίρεση κατά τις φυσικές ενέργειες, ήταν έπακολούθημα της δυσέβειας εκείνων, η οποία έλαβε αφορμή από τις απόψεις που έχουν για τον Θεό αναφορικά με τις υποστάσεις. Του Ακίνδυνου όμως η πρόθεση είναι ακριβώς αυτό τούτο καθώς επίσης και το να δειχθεί κατά προέκταση κτιστή η θεία έλλαμψη και ενέργεια που εθεάθη από τους αποστόλους στο Θαβώρ, επειδή η ουσία του Θεού είναι εντελώς αόρατη σε όλα και επακολουθεί στον Ευνόμιο και στην κακοδοξία του.
 
Με βάση το ότι ο μόνος άκτιστος Θεός δεν επιδέχεται διαίρεση ούτε κατά τις υποστάσεις, εκ της οποίας λοιπόν ενότητας επιχειρεί να κατασκευάσει το σύμφωνα με τις ενέργειες αδιαίρετο, είναι μια θέση που οδηγεί, για να εκφέρω λόγο σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, στο ότι ο Θεός είναι υπεράνω του σύμπαντος και στο σύνολό του και στα μέρη του, και εκ της θέσης αυτής προκύπτει ότι αναγκαίως είναι αδιαίρετος και κατά τις υποστάσεις.
 
Διότι και κατά τις υποστάσεις ο Θεός είναι υπεράνω του σύμπαντος και συνολικά και κατά τα μέρη του. Πράγματι, ο Θεός δεν έχει αποκτήσει την οντότητά του από τις υποστάσεις ως μέρη ουτε συνιστά μέρος σε καθεμιά από τις υποστάσεις, διότι σε καθεμία υπάρχει όλη και η τέλεια θεότητα, ενώ αυτός που κατασκευάζει, με βάση τα όσα υποστηρίζει, το σύμφωνα με τις θείες υποστάσεις αδιαίρετο, συγκατασκευάζει τα αντίθετα κακά και όσα είναι ομογενή με την δυσέβεια.
 
Εάν δηλαδή λέγει ότι δεν είναι άλλος ο Υιός από την μια εκείνη υπόσταση, την οποία μόνη θεωρεί άκτιστη, είναι ένας νέος Σαβέλλιος. Και αν υποστηρίζει ότι ο Υιός είναι κατά υπόσταση άλλη αναφορικά με τη μόνη άκτιστη σύμφωνα με την εκτίμησή του, έχει οδηγηθεί σε μανιώδεις σκέψεις παρομοίως με τον Άρειο.
 
 
10. Πρέπει όμως το άτομο που προτίθεται να είναι ευσεβές να προσέξει ότι το θείον διαιρείται αδιαιρέτως και κατά τις υποστάσεις και κατά τις ενέργειες, αφενός μεν καθόσον εκ της ύπαρξής του επιφαίνεται προς τα εδώ κάποια διαφορά αλλά όχι κατάτμηση -διότι τα ασώματα δεν μερίζονται όπως τα σώματα, και μάλιστα το θείον- και αφετέρου καθόσον όταν διαιρείται κατά τις υποστάσεις έχει το αδιαίρετο κατά τις ενέργειες ενώ όταν διαιρείται κατά τις δυνάμεις και τις ενέργειες παραμένει κατά τις υποστάσεις αδιαίρετο. Διότι από κοινού ο Πατήρ και ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα πριν από τους αιώνες είχαν προγνώσει και είχαν προχωρήσει σε οριοθετήσεις, και, όταν θέλησαν, εδημιούργησαν.
 
Και προνοούν διηνεκώς για όλο το σύμπαν. Επειδή λοιπόν ο Θεός δεν μερίζεται όπως τα σώματα και δεν είναι μόνον υπεράνω του όλου και του μέρους, αλλά σε κάποιο βαθμό μπορεί να λέγεται και όλον και μέρος (διότι επί της υπόστασής του λέγονται τα πάντα εκτός από τα απολύτως ιδιαίτερα, ακόμα και τα θεωρούμενα ως εναντιούμενα μεταξύ τους), γι’ αυτό μερίζεται και κατά τις θείες υποστάσεις και κατά τις θείες ενέργειες, αλλά θεοπρεπώς, δηλαδή αμερίστως.
 
Εφόσον όμως αυτοί δεν το έχουν κατανοήσει, ο Ακίνδυνος και όσοι κατά το παρελθόν διατυπώνουν τις εν λόγω επικίνδυνες εκδοχές σύμφωνα με το δικό τους σκεπτικό, μερίζοντας τελείως την οντότητα που είναι αμέριστη, την κατατέμνουν με δυσεβή τρόπο. Και ενώ δήθεν την ενώνουν, την περιτέ-μνουν ή την συγχέουν όχι κατώτερα με δυσέβεια και ονομάζουν πολύθεους τους στοχαστές που δεν προτίθενται να δυσεβούν με τον ίδιο συγκριτικά με τον οικείο τους τρόπο.
 
11. Ο Ακίνδυνος καθιστά τον Υιόν κτίσμα και (τούτο προκύπτει) από το ότι αποφαίνεται πως είναι κτιστό κάθε έργο και από οιαδήποτε σκοπιά και αν εξετασθεί, ενώ οι θείοι Πατέρες θεολογούν από πολλές προσεγγίσεις ότι η προαιώνια γέννηση είναι έργο της θείας φύσης. Αλλά κάθε φορά που αναφέρει ότι τα ποιήματα είναι έργα της θείας φύσης υποκατασκευάζει αυτήν την θέση διαπράττοντας κακά έργα ή αγνοώντας· και κάθε φορά που αναφέρει ότι η θεία τάξη σύμφωνα με την οποία ο Υιός βρίσκεται σε δεύτερη θέση, σύμφωνα με το μέγα Βασίλειο, του Πατρός, υποστηρίζει ο ίδιος ότι δεν διαφέρει από την φύση.
 
Επειδή λοιπόν, όταν εμείς αναφέρουμε ότι η θεία θέληση διαφέρει από την θεία πρόγνωση και ότι η θεουργός χάρη και ενέργεια από την δημιουργική ενέργεια και ότι απ’ όλα τα τέτοιου είδους είναι υπερβατική η θεία ουσία σύμφωνα με τους θεοφόρους Πατέρες, εκ του ότι είναι αιτία των ενεργειών της, αυτός μάς συκοφαντεί ότι θεωρούμε πως τα ανωτέρω είναι άνισα και ανόμοια μεταξύ τους και ακολουθώντας την επιχειρηματολογία του παριστά τον Πατέρα και τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα ως άνισα και ανόμοια μεταξύ τους, επειδή και τα εν λόγω πρόσωπα διαφέρουν μεταξύ τους, ενώ ο Πατήρ είναι ανώτερος από τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα κατά την αιτία.
 
12. Διά μέσου λοιπόν αυτών και κάποιων άλλων τέτοιου είδους όχι ολίγων καταλήγει και στην μανία του Αρείου και στα αντίθετα προς αυτή, αντίθετα όμως όχι κατά την δυσέβεια. Όταν δηλαδή εκ νέου δεν διακρίνει καθόλου την άκτιστη ενέργεια από την άκτιστη ουσία, ακολούθως αποφαίνεται ότι τέτοιου είδους ενέργεια είναι ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα και εκ τούτου συνάγει την συνάρθρωση του Σαβελλίου.
 
Αλλά και υποστηρίζοντας ότι ο Θεός είναι δύναμη αΐδια, ζωή και σοφία και αγαθότητα και όλα τα τέτοιου είδους, όχι διότι έχει όλα αυτά απαράλλακτα με τον Πατέρα αλλά διότι τα ίδια ανήκουν στον Πατέρα, εισάγει τα εν λόγω ιδιώματα ως προσόντα του Πατρός, τα οποία δεν έχουν άλλη ιδιαίτερη από εκείνον υπόσταση. Το ίδιο ακριβώς κατασκευάζει και όταν απορρίπτει φανερά ότι υπάρχουν κοινές άκτιστες ενέργειες του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, από όλα τα οποία παρουσιάστηκε στους χρόνους μας ένα διπρόσωπο και δυσκόλως οικονομούμενο τέρας, που φέρει την μορφή του Σαβελλίου.
 
Και έχοντας την πρόθεση να υπερακοντίσει και των δυο την απονεννοημένη εκτίμηση, προέβη σε μια πράξη την οποία κανείς δεν ετόλμησε από εκείνους. Ισχυρίζεται δηλαδή ότι το ίδιο είναι και κτίσμα και ουσία του άκτιστου Θεού, σοφιζόμενος τέτοιου είδους (ιδιότητες) όχι μόνον εναντίον της θείας λαμπρότητας αλλά και όλων όσα θεωρούνται με ουσιώδη τρόπο γύρω από τον Θεό. Διότι ο ίδιος γράφει εκ νέου ότι είναι κτιστά και αρκτά ακόμη και η ατρεψία και η απειρία σύμφωνα με όλα, η θεία αγαθότητα και γενικώς όλα που θεωρούνται με ουσιώδη τρόπο γύρω από τον Θεό, τα οποία αυτός ο ίδιος βεβαιώνει ότι είναι ουσία του Θεού ως όντα που με ουσιώδη τρόπο βρίσκονται γύρω από την ύπαρξή του.
 
Και τους στοχαστές που δεν δέχονται να υποστηρίζουν τα ίδια τούς αποκηρύσσει με κάθε άνεση ως διθεΐτες και πολυθεΐτες· διότι ισχυρίζεται: «πολλά ισχυρίζονται αυτοί αλλά όχι ότι είναι ένα το άκτιστο και θεωρούν το μεν ένα ουσία, ενώ τα άλλα ανούσια και ότι η ουσία υπέρκειται αυτών κατά το ότι είναι αιτία των πέριξ αυτής, ενώ τα υπόλοιπα ότι είναι κατώτερα εκ του ότι προέρχονται εξ αυτής και υπάρχουν γυρω από την ίδια αλλά όχι ότι υπάρχουν στο εσωτερικό της».
 
13. Και όποιος νομίζει απίστευτο ότι ο Ακίνδυνος ονομάζει κτίσματα όσα θεωρούνται με ουσιώδη τρόπο γύρω από τον Θεό, και την ίδια την ατρεψία και την απειρία υπό οιαδήποτε οπτική, ας έλθει πλησίον μας και ας εξετάσει όχι μόνον στα εκτενώς συγγραμμένα από τον ίδιο αλλά και στις ιδιόχειρες επιστολές του προς τον ανωτέρω μνημονευθέντα πατριάρχη.
 
Και το αίτιο από το οποίο κατασκευάζει και υποστηρίζει ότι τα εν λόγω είναι κτίσματα και με το καθένα από αυτά ο ταλαίπωρος αποδεικνύει τον Θεό κτιστό, βλασφημώντας κατά τον εν λόγω τρόπο απέναντί του και, δυστυχώς, με πολλαπλάσιο τρόπο, είναι ότι αυτά ονόμασε έργα Θεού ο έμπειρος στα θεία Μάξιμος στα Θεολογικά Κεφάλαια. Και εάν ονόμασε αυτά άναρχα, λέγει ο Ακίνδυνος, και αΐδια και ότι δεν ήταν εποχή κατά την οποία δεν υπήρχαν, εννοεί τούτο χρονικώς, με την έννοια ότι αυτά είναι ηργμένα και εκτισμένα όχι στον χρόνο αλλά στον αιώνα.
 
14. Τέτοιου είδους λοιπόν είναι και αυτό. Και εσυ, σεβασμιότατε φίλε, κατά τον τρόπο που εγώ νομίζω έχε το ζητούμενο. Γνώριζε δε και ότι ο Βαρλαάμ εκείνος δεν έχει διαφορετικό φρόνημα εκτός από τον υποκριτικό δόλο και τα ποικίλα ψεύδη, τα οποία καλύπτονται από επίκρυψη και υποκρισία. Διότι αυτός απεδέχθη με πολλαπλάσιο τρόπο όλα τα τέτοιου είδους, μετά την συνοδική καταδίκη εκείνου και έπειτα αυτού του ιδίου, διατηρώντας τα ανωτέρω αδιάσπαστα και προσπαθώντας να διαφύγει την προσοχή των πολλών.
 
(Γρηγόριος Παλαμάς: Επιστολή προς Παύλον Ασάνην – Η θεολογία του ακτίστου φωτός, εκδ. ΖΗΤΡΟΣ, σ.25-67)

ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ …ΜΕ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ !

ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ …ΜΕ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ !
Ο πνευματικός π. Θεόδωρος (Rafanovich) της Ρωσικής Εκκλησίας των Κατακομβών, που εκοιμήθη το 1975 είπε: Οι κομμουνιστές έχουν εξαπολυθεί κατά της Εκκλησίας σαν ένα λυσσασμένο σκυλί. Το σοβιετικό τους έμβλημα, το σφυροδρέπανο, αντιστοιχεί στην αποστολή τους. Με το σφυρί χτυπάνε τους ανθρώπους στο κεφάλι, και με το δρεπάνι κατακόπτουν τις εκκλησίες. Αλλά κατόπιν οι Μασόνοι θα παραμερίσουν τους κομμουνιστές και θα πάρουν τον έλεγχο της Ρωσίας… Όπως αναγγέλθηκε επίσημα από την Πράβδα, ο Γέλτσιν είναι Μασόνος, και η Μασονία έχει επανεγκατασταθεί στην Ρωσία κάτω από την προστασία του… ?? Ο γέροντας Λ α υ ρ έ ν τ ι ο ς του Chernigov, συνήθιζε να μιλάει με τα πνευματικά του παιδιά για τους έσχατους καιρούς, για να είναι σε εγρήγορση: «Σήμερα ψηφίζομε - όλα εντάξει. Δεν πρόκειται ακόμη για ένα μοναδικό ηγεμόνα επί όλου του κόσμου. Αλλά αν μία ψήφος έπρεπε να ριχτεί για ένα και μοναδικό ηγεμόνα – αυτός ήδη είναι γνωστός (ο Αντίχριστος) και δεν πρέπει κανείς να τον ψηφίσει!». Είπε ακόμη: «Θα έρθει καιρός που θα παρακαλάνε για ένα μοναδικό άρχοντα σ’ όλη τη Γη. Και οι άνθρωποι θα καταγραφούν πλήρως. Θα μπαίνουν στα σπίτια, (οι άνθρωποι του Αντιχρίστου), και η σύζυγος θα προσπαθεί να πείσει τον άνδρα της: -Έλα καλέ μου, ας το υπογράψομε. Εξ άλλου έχομε παιδιά, δεν θα μπορούμε να αγοράσουμε τίποτε γιαυτά.- Και ο σύζυγος θα λέει: -Αγαπητή μου γυναίκα κάνε όπως θέλεις, αλλά εγώ είμαι έτοιμος να πεθάνω παρά να υπογράψω ότι συντάσσομαι με τον Αντίχριστο-… Αυτό είναι ένα σκηνικό από το μέλλον κατέληξε ο γέροντας». Είπε ακόμη: «Θάρθει καιρός που θα ανακαινίσουν ακόμη και τις κλειστές εκκλησίες, και θα τις στερεώσουν όχι μόνο εξωτερικά αλλά και εσωτερικά. Θα χρυσώνουν τους θόλους και τα καμπαναριά. Αλλά όταν αυτός ο καιρός περάσει, θα μπει η εποχή της βασιλείας του Αντιχρίστου. Προσεύχεσθε στον Κύριο να δώσει παράταση χρόνου, που θα μπορούσαμε να στερεώσουμε τους εαυτούς μας, διότι τρομερά χρόνια μας περιμένουν. Δεν βλέπετε πόσο υποκριτικά έχουν ετοιμασθεί όλα; Όλες οι εκκλησίες θα είναι απόλυτα μεγαλοπρεπείς, όπως ποτέ πριν. Αλλά κανείς δεν πρέπει να πηγαίνει σ’ αυτές τις εκκλησίες (την εποχή του Αντιχρίστου, τονίζεται). Ο Αντίχριστος θα στεφθεί βασιλιάς σε ένα μεγάλο ναό στην Ιερουσαλήμ, με τη συμμετοχή κλήρου και του Ρώσου Πατριάρχη! Θα υπάρχει ελεύθερη προσπέλαση προς και από την Ιερουσαλήμ. Αλλά προσπαθήστε να μην πάτε εκεί, διότι όλα θα έχουν γίνει για να εξαπατήσουν. Ο Αντίχριστος θα γεννηθεί από πόρνη (που θα υποκρίνεται την Παρθένο), μια Εβραία από την 12η φυλή “της διαστροφής”. Ενώ είναι ακόμη νέος, θα είναι πολύ ικανός και έξυπνος. Σαν παιδί δώδεκα ετών, περπατώντας μέσα στον κήπο με την μητέρα του, συναντά τον Σατανά που θα έρθει από την Άβυσσο και θα μπει σ’ αυτόν. Και αυτό το αγόρι θα μεγαλώσει και θα γίνει ο Αντίχριστος. (Επειδή κανένα δεν θέλει ο Θεός να χαθεί, δεν αφήνει έρμαιο στην κακή του προαίρεση κανένα από την αρχή, αλλά όπως έκανε υπομονή με τον Ιούδα, τον υποκριτή μαθητή Του και μόνον κατά το Μυστικό Δείπνο επέτρεψε να κυριευθεί πλήρως από το Σατανά, έτσι και τώρα, η πληρότητα της κακίας του Σατανά ενεργεί μέσα στον Αντίχριστο από τότε που αδίστακτα επιμένει να ακολουθήσει τον κακό δρόμο, και αυτό όπως λέγει ο γ. Λαυρέντιος θα οριστικοποιηθεί όταν φθάσει στην ηλικία των 12 ετών. -ΛΜΔ) Στην στέψη του, κατά την ορκωμοσία, θα περικόψει τις λέξεις - 206 - που αναφέρονται στο Θεό, και θα αναγνωρίσει μόνο τον εαυτό του. Τότε ο Πατριάρχης θα αναφωνήσει ότι είναι ο Αντίχριστος και γιαυτό θα φονευθεί… Οι Προφήτες Ηλίας και Ενώχ θα έχουν ήδη έρθει από τον Ουρανό, και αυτοί θα εξηγούν επίσης σε όλο τον κόσμο και θα κραυγάζουν: “Αυτός είναι ο Αντίχριστος, μην τον πιστεύετε”. Kαί θα τους φονεύσει, αλλά αυτοί θα αναστηθούν και θα ανέβουν στον Ουρανό… Ο Αντίχριστος θα είναι πολύ καλός γνώστης κάθε σατανικής τέχνης, και θα κάνει ψευδή σημεία (ψευτοθαύματα). Όλος ο κόσμος θα τον ακούει και θα τον βλέπει... Μακάριος και τρισμακάριος ο άνθρωπος που δεν θα δει το Θεομίσητο πρόσωπο του Αντιχρίστου και δεν θα ακούσει τα βλάσφημα λόγια του, που θα υπόσχονται κάθε γήινη ευλογία. Αυτοί που θα τον ακούσουν, θα πεισθούν και θα τρέξουν να τον υπηρετήσουν. Και θα τιμωρηθούν μαζί με αυτόν, τόσο, όσο διαρκεί η αιωνιότης. Θα καίγονται στην αιωνιότητα! Ρωτήσαμε: «Πως θα γίνει»; Και μας απάντησε (ο γέροντας), με δάκρυα: «Το βδέλυγμα της ερημώσεως θα στηθεί σε άγιο τόπο, και θα προβάλει τους παραπλανητάς του κόσμου, που θα κάνουν ψευτοθαύματα, και θα ξεγελάσει όλους τους ανθρώπους που έχουν απομακρυνθεί από τον Θεό. Και μετά θα εμφανισθεί ο Αντίχριστος»... Στην ερώτηση: «Σε ποιο άγιο τόπο, στην εκκλησία;» ο σεβαστός γ. Λαυρέντιος απάντησε: «όχι στην εκκλησία, αλλά στο σπίτι»! Πριν από καιρό ένα τραπεζάκι χρησιμοποιόταν συνήθως (για μελέτη ιερών βιβλίων) στη γωνιά όπου ήταν οι άγιες εικόνες. Μετά, εντούτοις, ο χώρος θα καταλαμβάνεται από όργανα παραπλάνησης για την εξαπάτηση των ανθρώπων. Πολλοί που έχουν απομακρυνθεί από την Αλήθεια θα λένε: «Χρειάζεται να παρακολουθούμε τα νέα! Και θα συμβεί, στα νέα ο Αντίχριστος να εμφανισθεί, και θα τον αποδεχτούν»! (από την τηλεόραση!!! -ΛΜΔ) …Θα απεχθάνεται τους Χριστιανούς. Θα σφραγίσει όλους τους ανθρώπους του με ένα σημάδι. Θα ξεκινήσει την τελική καταδίωξη των Χριστιανών που αρνούνται να λάβουν το σημείο του Σατανά. Η καταδίωξη θα ξεκινήσει άμεσα από το έδαφος της Ιερουσαλήμ, και κατόπιν θα επεκταθεί παντού σ’ όλο τον κόσμο. Αίμα θα χύνεται στο όνομα του Λυτρωτού Κ. Ιησού Χριστού. Κάποια, από σας παιδιά μου, μπορεί να ζείτε αυτά τα τρομερά χρόνια. Το σημάδι θα είναι τέτοιο που θα είναι άμεσα εμφανές αν ένα πρόσωπο το έχει λάβει ή όχι. Οι Χριστιανοί δεν θα μπορούν να αγοράζουν ή να πωλούν οτιδήποτε. Αλλά μην απελπίζεσθε. Ο Κύριος δεν θα εγκαταλείψει τα παιδιά Του. Κανείς δεν πρέπει να φοβάται. Θα υπάρχουν εκκλησίες, αλλά οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί δεν πρέπει να πηγαίνουν σ’ αυτές, διότι η αναίμακτη Θυσία του Κυρίου Ιησού Χριστού δεν θα προσφέρεται εκεί. Αντ’ αυτού θα γίνονται σατανικές συναθροίσεις. Και εξ αιτίας της ανομίας, η Γη θα αρνείται να προσφέρει καρπούς. Από την ξηρασία η γη θα διαρραγεί, σχηματίζοντας τέτοια ρήγματα που ένα άτομο θα μπορεί να πέσει μέσα. Θα τιμωρούν τους Χριστιανούς ή θα τους εξορίζουν σε έρημα μέρη. Οι Εβραίοι θα είναι επίσης περιορισμένοι σε ένα τόπο. Μερικοί Εβραίοι που αληθινά έζησαν με τον Νόμο του Μωϋσέως, δεν θα δεχθούν το σημάδι του Αντιχρίστου. Θα περιμένουν και θα παρατηρήσουν τις πράξεις του. Ξέρουν ότι οι πρόγονοί τους δεν αναγνώρισαν τον Χριστό σαν Μεσσία, αλλά εν προκειμένω, ο Θεός θα φωτίσει τα μάτια τους για να ανοιχτούν και να μη δεχτούν το σημάδι του Αντιχρίστου. Θα αναγνωρίσουν τον Χριστό και θα βασιλεύσουν με τον Χριστό. Αλλά ο ασταθής κόσμος θα ακολουθήσει τον Σατανά, και όταν η γη δεν θα δεν δίνει καθόλου γεννήματα. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα”. Δεν θα υπάρχει σχεδόν καθόλου νερό. Όλοι οι ποταμοί και οι λίμνες θα ξεραθούν. Η συμφορά θα κρατήσει 3,5 έτη. Αλλά προς χάριν των εκλεκτών ο Κύριος θα συντομεύσει αυτές τις ημέρες. Κατ’ εκείνες τις ημέρες θα υπάρχουν ισχυροί πολεμιστές, Στύλοι Ορθόδοξοι, που θα καλύπτονται υπό την πανίσχυρη επίδραση της Ευχής του Ιησού (την αδιάλειπτη επίκληση: Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με). Ο Κύριος θα τους καλύψει με το μέγα του έλεος, και δεν θα δουν εκείνα τα ψευτοσημεία που θα είναι για όλους (τους άλλους) ανθρώπους. Ξανά σας επαναλαμβάνω: Κανείς δεν πρέπει να πηγαίνει σε εκείνες τις εκκλησίες. Θα είναι στερημένες ελέους!... Θα γίνει ένας πόλεμος, συνέχισε ο μπάτιουσκα, και όπου θα λάβει χώρα, κανένας άνθρωπος δεν θα μείνει! Αλλά πριν από αυτόν ο Κύριος θα στείλει ασθένειες στους αδύνατους (πνευματικά) ανθρώπους, και θα πεθάνουν… Ο 3ο ς Παγκόσμιος Πόλεμος δεν θα είναι για μετάνοια, αλλά για εξολόθρευση. (Εδώ εννοεί μάλλον το θάνατο των πολλών, δυστυχώς, αμετανοήτων αμαρτωλών, όπως είδαμε σε άλλους Πατέρες –ΛΜΔ). Μία αδελφή ρώτησε. -Τότε όλοι θα τιμωρηθούν;- «Αν κάποιοι πιστοί πλυθούν με αίμα, θα ενωθούν με τους Μάρτυρες. Αλλά οι μη πιστοί θα πάνε στην Κόλαση», απήντησε ο μπάτιουσκα. «Και μέχρι ο αριθμός των πεσμένων από τον Ουρανό Αγγέλων να συμπληρωθεί, (με πιστούς) ο Κύριος δεν θα έρθει σε Κρίση.» … …Πηγαίνετε στην εκκλησία ενώ ακόμη υπάρχει καιρός, ειδικότερα για τη Λειτουργία, κατά την οποία η αναίμακτη θυσία προσφέρεται για τις αμαρτίες όλου του κόσμου. Να εξομολογείσθε και να λαμβάνετε το Σώμα και Αίμα του Κυρίου Ιησού πιο συχνά, και ο Κύριος θα σας στερεώσει. Ο γέροντας συχνά σκυθρώπιαζε και με δάκρυα προσευχόταν. Οι αδελφές τον παρηγορούσαν αλλά αυτός τους αντέτασσε: «Πως μπορεί κανείς να μην κλαίει όταν η Άβυσσος είναι γεμάτη ανθρώπινες ψυχές»; Μετά μία ασθένεια λίγων μηνών, ο γέροντας Λαυρέντιος εκοιμήθη, την εορτή των Θεοφανείων του 1950, όπως είχε προείπει. Το σώμα του έμεινε σε παρεκκλήσι, κάτω από τη μεγάλη εκκλησία, για 40 ημέρες. Μία αδελφή άκουσε το πρωί στις 3 η ώρα καθαρά ένα χορό με πολυφωνική ψαλμωδία. Έτρεξε όπου ήταν το σώμα του γέροντος αλλά δεν υπήρχε κανείς. Μόνο ένας ιερέας που διάβαζε σιωπηλά το Ευαγγέλιο. Φοβισμένη του είπε ότι είχε ακούσει ψαλμωδία. Αυτός θαύμασε, και της είπε ότι η ψυχή του εκλιπόντος συναντήθηκε με τους αγγέλους για να οδηγηθεί στον Ουρανό. (Περιοδικό Nadezhda #14, pps 298-304) και: http://www.rocor.org.au/stjohntheforerunnerchurch ?? Ο επίσκοπος Θεοφάνης του Poltava είπε και αυτά: …Το (ρωσικό) έθνος θα γυρίσει (μετά τον αθεϊσμό) σε μετάνοια, στην πίστη. Θα συμβεί εκείνο που κανείς δεν περιμένει. Η Ρωσία θα αναστηθεί από το θάνατο και όλος ο κόσμος θα εκπλαγεί. Η Ορθοδοξία σ’ αυτήν θα αναγεννηθεί και θα θριαμβεύσει. Αλλά η Ορθοδοξία που υπήρχε προηγουμένως δεν θα υπάρξει πλέον. Διότι θα αποκατασταθεί η Ορθόδοξη Μοναρχία. Ένας κραταιός Τσάρος (βασιλιάς) θα τοποθετηθεί στο θρόνο από τον ίδιο τον Κύριο. Θα είναι μεγάλος μεταρρυθμιστής, και ισχυρός στην Ορθόδοξη πίστη. Θα απομακρύνει τους άπιστους ιεράρχες της Εκκλησίας. Αυτός ο ίδιος θα είναι μία - 208 - εξαιρετική προσωπικότης, με καθαρή και αγία ψυχή. Θα διαθέτει ισχυρή βούληση. Θα είναι από τη δυναστεία των Ρομανώφ, μέσω της μητέρας του. Θα είναι εκλεκτός του Θεού, υπάκουος στον Κύριο σε όλα. Θα μεταμορφώσει τη Σιβηρία (πνευματικά μάλλον-ΛΜΔ). Αλλά αυτή η Ρωσία θα κρατήσει για πολύ μικρό διάστημα. Σύντομα μετά πρόκειται να περάσει αυτά τα οποία ο Απόστολος Ιωάννης λέγει στην Αποκάλυψη… Είπε επίσης: …Ο μελλοντικός Τσάρος, πριν απ’ όλα θα βάλει τάξη στην Ορθόδοξη Εκκλησία, απομακρύνοντας όλους τους ψευδείς, αιρετικά διδάσκοντας και χλιαρούς ιεράρχες. Και πραγματικά πάρα πολλοί, σχεδόν όλοι, εκτός λίγων εξαιρέσεων, θα απομακρυνθούν απ’ αυτόν. Ενώ νέοι αληθινοί και σταθεροί ιεράρχες, θα πάρουν τις θέσεις τους… Η Ρωσία θα γίνει ένα σθεναρό κράτος, αλλά μόνο για μια σύντομη περίοδο. Μετά ο Αντίχριστος θα έρθει στον κόσμο, με όλα τα φοβερά του τέλους (του κόσμου), όπως περιγράφονται στην Αποκάλυψη. Σημ. ΛΜΔ: Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι ο Αντίχριστος, κατά τους αρχαίους προφήτες και Πατέρες, ξεπροβάλλει από την περιοχή της Βασάν ή Σκυθοπόλεως, και ότι οι Σκύθες είναι λαός που κατοίκησε μέρη της Ρωσίας, τότε ο Άγιος Σεραφείμ αρχίζει να γίνεται κατανοητός. - Εγκυκλοπαιδικά: Σκύθες, νομαδικός λαός, του οποίου μια ομάδα ακολούθησε τους Κιμμερίους από τον Καύκασο της νότιας Ρωσίας, προς τη βορειοδυτική Περσία, τον 7ο π.Χ. αιώνα. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο επιτέθηκαν εναντίον των Αιγυπτίων, αλλά δεν κατάφεραν τίποτα, διότι οι αρχηγοί τους δωροδοκήθηκαν. Μερικοί από τους Σκύθες εγκαταστάθηκαν στη Βαίθ-σαν, η οποία μετονομάστηκε Σκυθόπολη (Ιησούς του Ναυή 17:11, Κριτές 1:27, Β' Μακκαβαίων 12:29). Ο Γερμανός επιστήμονας δρ. Κάϊλ γράφει: «Οι Βυζαντινοί και οι Άραβες συγγραφείς, συχνά μνημονεύουν ένα λαό με το όνομα: “Ρως” και “Ρους”, που κοιτίδα είχε την περιοχή του Ταύρου, και σχετίζεται με τους “Σκύθες”». Ο Ιουδαίος ιστορικός Ιώσηπος, (1ος μ.Χ. αιώνας), αναφέρει ότι στην εποχή του υπήρχαν δύο λαοί που τους ονομάζει “Μοσχοβίτες” και “Θoβελίτες”, και προσθέτει ότι ΄΄Μαγώγ΄΄ ήταν εκείνοι που από τους ΄Ελληνες ονομάζονταν “Σκύθες”. Ο Εβραϊστής Γκιζένιους, γράφει στο λεξικό του, ότι το όνομα τής πόλης Μόσχα, προέρχεται από το “Μεσέχ”, και ότι “Θoβάλ”, ήταν ένας λαός που κατοικούσε κοντά στη Μαύρη Θάλασσα, και Δυτικά από τους “Μεσέχ”. - Γίνεται επίσης κατανοητό το γιατί ο Θεός, μιλώντας εντελώς εσχατολογικά, (e¦p' e¦sxa£tvn tv°n h¥merv°n e©stai) εναντιώνεται τόσο πολύ στον άρχοντα της Ρως, σύμφωνα με τον Ιεζεκιήλ τον προφήτη: «Ιδού εγώ επί σε (εναντίον σου) Γωγ, άρχοντα Ρως και Μοσόχ και Θοβέλ»… Διότι ο Γωγ που σημαίνει σκότος είναι ο Αντίχριστος, το κατοικητήριο του Σατανά, που ξεπροβάλλει κάπου από τη Ρωσία, ίσως κατόπιν γεννετικών πειραμάτων σε κάποιο εργαστήριο! Και βέβαια, όλοι οι Πατέρες, τονίζουν ότι η γέννηση του Αντιχρίστου δεν είναι υπερφυσική, δηλ. δεν μπορεί να γεννηθεί, όπως ο - 212 - Χριστός, χωρίς σπέρμα. –ΛΜΔ. Ας δούμε συντόμως τι λένε οι αρχαιότεροι πατέρες της Εκκλησίας: (Ο Αντίχριστος και ο Σατανάς καταργούνται δια της αμέσου μετά από αυτούς ακολουθουμένης 2ας Παρουσίας του Χριστού. Ας μην λοιπόν παραπλανούνται οι πιστοί από τους Χιλιαστές ή άλλες προτεσταντικές ομάδες που διδάσκουν για χιλιετή βασιλεία επί της γης του Χριστού, μετά τον Αντίχριστο! - ΛΜΔ) ?? Αγίου Κυρίλλου Πατριάρχου Αλεξανδρείας: (Εδώ λέγεται σαφώς, ότι ο Αντίχριστος δεν θα είναι καν εξ αίματος Ισραήλ! Ο Άγιος Κύριλλος, ως μεταγενέστερος του Αγίου Αθανασίου, διευκρινίζει τα λεγόμενα του τελευταίου περί Αντιχρίστου, και μας ενημερώνει ότι όντως δεν γεννάται στο Ισραήλ ο Αντίχριστος! Επειδή ο Χριστός γεννήθηκε χωρίς πατέρα επί της γης, η γενεαλογία του είναι αυτή της αειπαρθένου μητρός Του, ενώ ο Αντίχριστος δεν μπορεί να γεννηθεί χωρίς κατά σάρκα πατέρα, ο οποίος μάλιστα, πατέρας του, θα είναι έκφυλος, δηλ. δεν θα είναι Εβραίος! Η μητέρα του όμως, η οποία θα υποκρίνεται την παρθένο, θα είναι εκ της φυλής του Δαν. Παρ’ όλα αυτά κανείς συγγραφέας ή προφήτης δεν δίνει τα χαρακτηριστικά του πατέρα του Αντιχρίστου. Το μυστήριο αυτό εξηγείται από τον Άγιο Σεραφείμ του Σαρώφ, ο οποίος υποδεικνύει τεχνητή μεταφορά σπέρματος στην μητέρα του, και αφήνει να εννοηθεί ότι θα έχει προηγειθεί επέμβαση της Γενετικής επιστήμης σ’ αυτό, μάλιστα στη Ρωσία, ώστε, κατά κάποιες κατά φαντασίαν προσδοκίες, να γεννηθεί σαν superman ο Αντίχριστος! Όμως τελικά θα είναι ενεργούμενος μόνο των πονηρών πνευμάτων. -ΛΜΔ). ?? Αγίου Ιππολύτου (περί Αντιχρίστου): (Στην τελευταία αυτή πρόταση προαναγγέλλεται η τιμωρία των τέκνων (οπαδών) του Αντιχρίστου διότι διέπραξαν όλες τις αμαρτίες που διδάχθηκαν υπό του Σατανά, πατρός, πνευματικά του Αντιχρίστου, για να μην αναστηθούν σε ανάσταση ζωής και κληρονομήσουν την γη της αιωνιότητος των δικαίων. Προηγουμένως όμως βλέπομε τον Σατανά να καυχάται ότι με τη «σοφία της συνέσεως» θα καταργήσει όρια εθνών. Αυτό θυμίζει τη χρήση των θεοσοφικών – μασονικών στοών, στην προώθηση σήμερα της χωρίς σύνορα Νέας Παγκόσμιας Τάξης! -ΛΜΔ) - 215 - ?? Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου, του Ναζιανζηνού: Ο Αντίχριστος θα είναι παγκόσμιος άρχων, και θα παραπλανήσει τους (πλείστους) των Ιουδαίων (μεταφρασμένο): «…Λέγεται βδέλυγμα της ερημώσεως που στέκεται σε τόπο Άγιο, διότι ο Ναός των Ιεροσολύμων θα οικοδομηθεί ύστερα, καθώς θα πιστευθεί ο Αντίχριστος από τους Ιουδαίους ότι είναι ο Χριστός, και θα καθίσει (επί θρόνου), και θα θεωρηθεί βασιλιάς όλης της Οικουμένης. Θα έλθει δε για να ερημώσει τον Κόσμο, διότι είναι βδέλυγμα της ερημώσεως (κατά την έκφραση του προφήτου Δανιήλ, αλλά και του ίδιου του Κυρίου.)» (Υπόμν. στον Ιεζεκιήλ, TLG 2022 053) ?? Αγίου Θεοδωρήτου Κύρου (Ερμηνεία στις επιστολές του Απ. Παύλου, τόμος 82): (Αναφέρεται εδώ, ότι ο Απόστολος, σαν Ναό Θεού ονόμασε τις εκκλησίες! Άρα αν και θα κτισθεί χάριν του Αντιχρίστου ο Ναός της Ιερουσαλήμ, εν τούτοις ο Αντίχριστος θα καταλάβει την προεδρεία όλων των εκκλησιών και θρησκειών! Δηλ. θα ιδρύσει την Πανθρησκεία αλλά με παραμέριση των δογμάτων των άλλων θρησκειών και αποκλειστικά δική του “λατρεία” μέσα σ’ αυτές. Και έτσι θα καταργήσει τις ψευδείς θρησκείες που ο ίδιος ο Σατανάς μέχρι τότε στερέωνε! Οι διάφορες λοιπόν πανθρησκειακές συναθροίσεις σήμερα, που στηρίζονται στη θεωρεία των «κλάδων», είναι ένα βήμα απλώς πριν την γενική κατάργηση των θρησκειών! Δεν πρόκειται όμως να αφήσει και τις εκκλησίες του Χριστού ελεύθερες, αλλά θα τις καταλάβει και θα καταργήσει τη λατρεία του αληθινού Θεού. –ΛΜΔ) (Πράγματι μετά το Ορθόδοξο Ελληνικό κράτος, μια αναβίωση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας θα υπάρξει, αλλά μόλις ο κόσμος, όπως και στα χρόνια μας, απομακρυνθεί από το Θεό, τότε μαζί με την αποστασία, που ήδη άρχισε, η χάρη του Θεού θα συσταλεί, και θα φανεί ο Αντίχριστος. -ΛΜΔ) ?? Proo…mion εις το ποίημα της Κυριακής της Απόκρεω, περί της 2ας Παρουσίας του Κυρίου, Ρωμανού του μελωδού: (Τα επτά -7- τελευταία χρόνια της Γης θα είναι κρίσιμα! –ΛΜΔ). Συνεχίζομε με στοιχεία από νεώτερους Πατέρες: ?? Για το πόσοι σώζονται, από τον γέροντα Λ α υ ρ έ ν τ ι ο του C h e r n i g o v : Ο σεβαστός γέροντας Λαυρέντιος επενελάμβανε συχνά ότι οι ψυχές πηγαίνουν στην Κόλαση, όπως φεύγει το πλήθος από την εκκλησία μία ημέρα που είναι γιορτή, αλλά πηγαίνουν στον Ουρανό όπως ο κόσμος πηγαίνει στην εκκλησία μία καθημερινή. Ο παπούλης συχνά καθόταν και έκλαιγε. Λυπόταν τον κόσμο που χανόταν. «Πόσοι άνθρωποι είναι εκεί, που είναι στοιβαγμένοι στην Φωτιά σαν ρέγγες σε ένα βαρέλι»! Τα πνευματικά του τέκνα τον παρηγορούσαν, αλλά αυτός πάλι απαντούσε με δάκρυα: «Εσείς δεν βλέπετε. Αν μπορούσατε να δείτε… Πόσο θλιβερό είναι! Και στις έσχατες μέρες η Κόλαση θα γεμίσει από νέους». - 218 -

Γιατί δε μας “ακούει” ο Θεός;

Γιατί δε μας “ακούει” ο Θεός;
Είναι κοινό μυστικό ότι ζούμε σε μία εποχή και μία κοινωνία όπου οι πάντες και τα πάντα κρίνονται και κατακρίνονται όταν δε μας ικανοποιούν ή δεν ανταποκρίνονται άμεσα στο κάλεσμά μας. Όπως είναι φυσικό δεν ήταν δυνατό να ξεφύγει από αυτό ούτε ο Θεός. Το αντίθετο μάλιστα, Αυτός είναι ο βασικότερος αποδέκτης παραπόνων, κατηγοριών, αμφισβητήσεων και λοιπών ισχυρισμών. Ακούμε συχνά πως ο Θεός δε μας ακούει όταν του μιλάμε, όταν δηλαδή υποτίθεται ότι προσευχόμαστε σε Αυτόν – συνήθως με τρόπο να φαίνεται στους άλλους η ψευδοευσέβειά μας- ξεχνώντας τα λόγια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού: Κατά Ματθαίον ΣΤ’ 5 Καί όταν προσεύχη, ουκ έση ως οι υποκριταί· ότι φιλούσιν εν ταίς συναγωγαίς και εν ταίς γωνίαις των πλατειών εστώτες προσεύχεσθαι, όπως αν φανώσι τοίς ανθρώποις· αμήν λέγω υμίν, ότι απέχουσι τον μισθόν αυτών. 6 σύ δε όταν προσεύχη, είσελθε εις το ταμιείόν σου και κλείσας την θύραν σου πρόσευξαι τώ πατρί σου τώ εν τώ κρυπτώ· και ο πατήρ σου ο βλέπων εν τώ κρυπτώ αποδώσει σοι εν τώ φανερώ. Σε αυτή την παραπάνω αντίληψη περί βαρυκοΐας του Θεού θα προσθέσουμε μία ακόμη αρκετά διαδεδομένη. Πολλές φορές όταν κάποιος σαν δοκιμάζεται ή αντιμετωπίζει μια δυσκολία και του πει κανένας χριστιανός: «έχει ο Θεός», θα ανταπαντήσει με ύφος: «ο Θεός έχει, εμείς δεν έχουμε!». Μας προξενεί ιδιαίτερη εντύπωση αυτή η «σκληροκαρδία», η «ψυχρότητα», η «αδιαφορία» του Θεού και με όλο το δίκαιο μαζί μας Τον δικάζουμε εκ νέου και Τον σταυρώνουμε ξανά. Πώς τολμά ο Θεός να μην υπακούει αμέσως σε ότι του παραγγέλουμε; Ειδικά όταν εμείς αποδεικνυόμαστε πρωτοπόροι στον πνευματικό στίβο επισκεπτόμενοι στα πεταχτά και βιαστικά την εκκλησία για να ανάψουμε ένα κερί, νηστεύοντας –και μάλιστα κουραζόμενοι- μία ή και καμία μέρα του έτους, μη εκκλησιαζόμενοι, μη εξομολογούμενοι, μη προσευχόμενοι και δοξολογούντες τον Κύριο τακτικώς και καθημερινώς, εμπαίζοντες και εξευτελίζοντες το τίμιο όνομά Του σε χυδαία ανέκδοτα, επικαλούμενοι Αυτόν και την Παναγία μόνο για να βλασφημήσουμε, επιδιδόμενοι στον πάσης φύσεως τζόγο, στην πορνεία, τη μοιχεία, την ανωμαλία, τιμώντες τα παιδιά μας σφάζοντάς τα από τις πρώτες τους εβδομάδες στην κοιλιά της μητέρας τους, κοινωνώντας αναξίως –φοβούμαστε τις περισσότερες φορές- και δίχως ως ορίζει η Εκκλησία το τίμιο Σώμα και το τίμιο Αίμα Του και εν τέλει υψηλοφρονούντες ότι είμαστε σωστοί σε όλα απέναντι στο Θεό. Ότι εντάξει ο Θεός θα μας βάλει με τους καλούς, θα παραβλέψει τα λίγα (!!!) στραβά μας. Αλλά πάραυτα ο Θεός δεν ακούει! Αλήθεια όμως τι ζητούμε πολλές φορές απ’Αυτόν; Ζητούμε «τα καλά και συμφέροντα ταις ψυχαίς ημών» όπως εκφωνεί ο ιερέας στη Θεία Λειτουργία; Επιδιώκουμε να γίνει το θέλημά Του καθώς σύμφωνα με τον άγιο Νείλο τον ασκητή ο Θεός μόνο γνωρίζει το συμφέρον μας ενώ εμείς όχι; Προσευχόμαστε για αυτούς που έχουν ανάγκη; Είτε είναι κεκοιμημένοι που έφυγαν δίχως καλές σχέσεις με το Θεό είτε είναι εν ζωή αλλά ασθενούν, βασανίζονται ή βρίσκονται αιχμάλωτοι; Ή μήπως αιτούμαστε υλικά και του κόσμου τούτου αιτήσεις όπως π.χ. ο Θεός να μας βοηθήσει να βγάλουμε πολλά χρήματα, να αποκτήσουμε ακριβό αυτοκίνητο για προβολή, πολλά ακίνητα και γενικώς να καλοπερνάμε; Ή μήπως όταν είμαστε σε κόντρα με κάποιον ή μας έκανε κάτι πολύ άσχημο δεν ευχόμαστε ή ακόμη ζητάμε από το Θεό να τον τιμωρήσει ή το πλέον ακραίο και να του στερήσει τη ζωή; Δεν ευχόμαστε το θάνατό του; Ακραίο; Όχι. Γνωρίζουμε μια τέτοια περίπτωση. Πάραυτα, ακόμη και εδώ, το ότι ο Θεός ανέχεται να ακούει τέτοια πράγματα και δε μας εξαφανίζει παραχρήμα όπως εξήρανε τη συκή δείχνει το έλεός Του. Πρέπει να κατανοήσουμε πως ο Θεός δεν είναι ένα μεγάλο σούπερ μάρκετ ή κάποιο απέραντο πολυκατάστημα το οποίο θα επισκεφθούμε όποτε το θελήσουμε και θα βρούμε ότι μας έμαθε τόσο έντεχνα ο διάβολος να επιθυμούμε. Εμείς δυστυχώς αιτούμεθα για να εντυπωσιάζουμε, να καλοπερνάμε και να υπερηφανευόμαστε. Ο Θεός όμως είναι πολύ διαφορετικός: Κατά Ματθαίον ΙΑ’ 28 Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς. 29 άρατε τον ζυγόν μου εφ’ υμάς και μάθετε απ’ εμού, ότι πράος ειμι και ταπεινός τή καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταίς ψυχαίς υμών· 30 ο γάρ ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν εστιν. Ο Θέος είναι πράος και ταπεινός και ο ίδιος λέει σχετικά με την προσευχή: Κατά Ματθαίον ΣΤ’ 7 Προσευχόμενοι δε μη βαττολογήσητε ώσπερ οι εθνικοί, δοκούσι γάρ ότι εν τή πολυλογία αυτών εισακουσθήσονται. 8 μη ούν ομοιωθήτε αυτοίς· οίδε γάρ ο πατήρ υμών ών χρείαν έχετε πρό τού υμάς αιτήσαι αυτόν. 9 Ούτως ούν προσεύχεσθε υμείς· Πάτερ ημών ο εν τοίς ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά σου· 10 ελθέτω η βασιλεία σου· γενηθήτω το θέλημά σου, ως εν ουρανώ και επί της γής. 11 τον άρτον ημών τον επιούσιον δός ημίν σήμερον· 12 και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοίς οφειλέταις ημών· 13 και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από τού πονηρού. ότι σού εστιν η βασιλεία και η δύναμις και η δόξα εις τους αιώνας· αμήν. Το να ζητήσει κανείς υλικά αγαθά, επιτυχία, χρήματα και άλλα παρεμφερή από το Θεό δίχως τίποτε άλλο επιδιώκοντας μόνο να ικανοποιήσει την επίγεια ζωή του και τον εγωισμό του αποτελεί μέγα σφάλμα. Καλύτερα να τα ζητήσει από το διάβολο, ο οποίος σίγουρα θα προστρέξει: Επιστολή Πέτρου Α’ Ε’ 8 νήψατε, γρηγορήσατε· ο αντίδικος υμών διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη· Άλλωστε όσοι ακολούθησαν το διάβολο, γρήγορα έλαβαν ότι ποθούσαν ούτως ώστε να δεθούν σφιχτά με αυτόν. Ίσως πει κανείς: «κακό είναι να ζητώ να αποκτήσω ένα σπίτι ή π.χ. να έχω μια καλή δουλειά;» Την απάντηση τη δίνει ο ίδιος ο Κύριος: Κατά Ματθαίον ΣΤ’ 24 ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά. 25 Διά τούτο λέγω υμίν, μη μεριμνάτε τή ψυχή υμών τι φάγητε και τι πίητε, μηδέ τώ σώματι υμών τι ενδύσησθε· ουχί η ψυχή πλείόν εστιν της τροφής και το σώμα τού ενδύματος; 26 εμβλέψατε εις τα πετεινά τού ουρανού, ότι ου σπείρουσιν ουδέ θερίζουσιν ουδέ συνάγουσιν εις αποθήκας, και ο πατήρ υμών ο ουράνιος τρέφει αυτά· ουχ υμείς μάλλον διαφέρετε αυτών; 27 τις δε εξ υμών μεριμνών δύναται προσθείναι επί την ηλικίαν αυτού πήχυν ένα; 28 και περί ενδύματος τι μεριμνάτε; καταμάθετε τα κρίνα τού αγρού πώς αυξάνει· ου κοπιά ουδέ νήθει· Τα πουλιά ούτε σπέρνουν ούτρε θερίζουν αλλά ο Θεός δεν τα αφήνει, τον άνθρωπο λοιπόν θα εγκαταλείψει; Ή μήπως εμείς ξέρουμε καλύτερα από το Θεό τι ανάγκες έχουμε; Και συνεχίζει: Κατά Μάρκον Η’ 36 τι γάρ ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδήση τον κόσμον όλον, και ζημιωθή την ψυχήν αυτού; 37 ή τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού; Πάραυτα αρκετοί πατέρες λένε ότι δεν είναι πάντα κακό στην προσευχή μας να αιτούμεθα στο Θεό και για υλικά αγαθά υπό την προϋπόθεση όμως ότι αυτά δεν υποσκελίζουν / υποβαθμίζουν την προσευχή όσον αφορά το πνευματικό-σωτηριολογικό της χαρακτήρα για εμάς καθώς και να μην αποτελούν πρόσκομμα πνευματική μας προσπάθεια και προκοπή, τόσο τη δική μας όσο και της οικογένειάς μας. Για να μιλήσουμε λοιπόν με το Θεό πρέπει καταρχήν να μάθουμε με ποιον μιλάμε και δε δείχνουμε να ενδιαφερόμαστε για αυτό. Αυτό θα συμβεί μονάχα εάν το επιθυμήσουμε πραγματικά με τη μελέτη της Αγίας Γραφής και των Πατέρων οι οποίες με τις αναλύσεις τους έκαναν τη Γραφή ένα είδος «κρέμας» για πνευματικά νήπια όπως εμείς και με την ενεργή συμμετοχή μας στη ζωή της Εκκλησίας. Διαφορετικά πώς θα Τον γνωρίσουμε; Όσο πάντα βέβαια μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει το Θεό. «Πλησίασε με άυλον τρόπον τον Άυλον και θα εννοήσεις» τονίζει ο άγιος Νείλος ο ασκητής. Κι όταν συμβεί αυτό θα ξέρουμε τι να Του ζητήσουμε. Όπως δεν μπορούμε σε ένα δικηγόρο να ζητήσουμε να μας θεραπεύσει μια νόσο ή σε έναν καθηγητή σχολείου να μας κτίσει ένα σπίτι, ομοίως και από το Θεό δεν μπορούμε να περιμένουμε πράγματα ενάντια στη σωτηρία μας. Ο Θεός είναι «ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων ημών» και από Αυτόν πρέπει να προσδωκούμε τις απαραίτητες επεμβάσεις – θεραπείες συνεπεία των οποίων θα κερδίσουμε μια θέση στη Βασλεία των Ουρανών. Ο Θεός εν τέλει ακούει, εμείς δε γνωρίζουμε να μιλάμε. Ο Θεός έχει και δίνει, εμείς δε γνωρίζουμε τι έχει ζητώντας τα δικά μας. Μαζίδης Στρατής

Διάλογος αγίου Μαξίμου Καψοκαλύβη και αγίου Γρηγορίου του Σιναΐτου

Διάλογος αγίου Μαξίμου Καψοκαλύβη και αγίου Γρηγορίου του Σιναΐτου
Ανταμώνοντας ο θείος Γρηγόριος ο Σιναΐτης τον άγιο Μάξιμο και συνομιλώντας με αυτόν, ανάμεσα στα άλλα του λέει και τούτο: «Σε παρακαλώ, τιμιότατε πάτερ, να μου πεις, κρατάς τη νοερά προσευχή;» Κι εκείνος χαμογέλασε λίγο και του λέει: «Δε θα σου κρύψω, τίμιε πάτερ, το θαύμα της Θεοτόκου πού έγινε σ’ έμενα. Εγώ από τη νεότητα μου είχα πολλή πίστη στην Κυρία μου Θεοτόκο και την παρακαλούσα με δάκρυα να μου δώσει αυτή τη χάρη της νοεράς προσευχής. Μία μέρα πήγα στο ναό της, καθώς είχα συνήθεια, και την παρακαλούσα πάλι με άμετρη θερμότητα καρδιάς· κι εκεί πού ασπαζόμουν με πόθο την αγία της εικόνα, ευθύς αισθάνθηκα στο στήθος μου και στην καρδιά μου μία θερμότητα και φλόγα, ή οποία ήρθε από την αγία εικόνα και δεν με έκαιγε, άλλα με δρόσιζε και με γλύκαινε κι έφερνε στην ψυχή μου μεγάλη κατάνυξη. Από τότε πλέον, πάτερ, άρχισε ή καρδιά μου να λέει από μέσα την προσευχή και ο νους μου να γλυκαίνεται στην ενθύμηση του Ιησού μου και της Θεοτόκου μου και να έχει πάντοτε την ενθύμηση τους. Και πλέον από εκείνο τον καιρό δεν έλειψε ή προσευχή από την καρδιά μου· συγχώρεσε με.» Και ο θείος Γρηγόριος του λέει: «Πες μου, άγιε, καμία φορά όταν έλεγες την ευχή του “Κύριε Ιησού Χριστέ”, σου συνέβη αλλοίωση θεϊκή ή έκσταση ή κανένας άλλος καρπός του Αγίου Πνεύματος;» Και ο θείος Μάξιμος του είπε: «Ω πάτερ, για τούτο πήγαινα σε έρημο τόπο και ποθούσα την ησυχία πάντοτε, για να απολαύσω περισσότερο τον καρπό της προσευχής, ο όποιος είναι μία αγάπη υπερβολική στο Θεό και μία αρπαγή του νου στον Κύριο». Και ο άγιος Γρηγόριος του λέει: «Σε παρακαλώ, πάτερ, να μου πεις, τα έχεις αυτά πού είπες;» Και ο θείος Μάξιμος χαμογέλασε πάλι και του λέει: «Δός μου να φάω και μην εξετάζεις την πλάνη μου». Τότε του λέει ο θείος Γρηγόριος: «Μακάρι να είχα κι εγώ την πλάνη σου, άγιε· όμως σε παρακαλώ να μου πεις, εκείνη την ώρα πού θα αρπαχθεί ο νους σου στο Θεό, τι βλέπει με τους νοερούς οφθαλμούς; Μπορεί τότε ο νους ν’ ανεβάσει μαζί με την καρδιά την προσευχή;» Και ο άγιος Μάξιμος του αποκρίθηκε: «Όχι, δεν μπορεί· γιατί όταν έρθει ή χάρη του Αγίου Πνεύματος στον άνθρωπο δια μέσου της προσευχής, τότε παύει πλέον ή προσευχή, επειδή ο νους κυριεύεται όλος από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και δεν μπορεί πλέον να ενεργήσει τις δυνάμεις του, άλλα μένει αργός και υποτάσσεται μόνο στο Άγιο Πνεύμα και Αυτό τον πηγαίνει οπού θέλει, ή σε αυλό αέρα θείου φωτός ή σε άλλη ανεκδιήγητη θεωρία ή και συχνά σε συνομιλία θεϊκή. Και γενικά, καθώς θέλει ο Παράκλητος, το Άγιο Πνεύμα, έτσι παρηγορεί τους δούλους Του· καθώς ταιριάζει στον καθένα, έτσι του δίνει τη χάρη Του. Και τούτο πού λέω μπορεί να το δει κανείς φανερά στους Προφήτες και Αποστόλους, οι όποιοι αξιώθηκαν να δουν τόσες θεωρίες και οί άνθρωποι τους περιπαίζανε και τους είχαν για πλανεμένους και μεθυσμένους. Και ο προφήτης Ησαΐας είδε τον Κύριο πάνω σε θρόνο υψηλό και ένδοξο και γύρω Του τα Σεραφείμ, και ο πρωτομάρτυρας Στέφανος είδε τους ουρανούς ανοιγμένους και τον Ιησού στα δεξιά του Πατέρα κλπ. Με τον ίδιο τρόπο και τώρα οί δούλοι του Χριστού αξιώνονται να βλέπουν διάφορες θεωρίες, τις οποίες μερικοί δεν τις πιστεύουν, μήτε τις δέχονται με κανένα τρόπο για αληθινές, άλλα τις έχουν για πλάνη κι εκείνους πού τις βλέπουν τους έχουν για πλανεμένους. Και σε τούτο θαυμάζω πολύ και απορώ, πώς πωρώθηκαν οί άνθρωποι εκείνοι και, σαν τυφλοί στην ψυχή, δεν πιστεύουν εκείνο πού ο αψευδής Θεός με το στόμα του προφήτη Ίωήλ υποσχέθηκε να δώσει στους πιστούς, λέγοντας ότι “θα χύσω από τη χάρη του Πνεύματος μου σε κάθε πιστό, και στους δούλους μου και στις δούλες μου”. Τη χάρη αυτή ο Κύριος μας την έδωσε και τη δίνει και τώρα και θα τη δίνει ως τη συντέλεια, κατά την υπόσχεση Του, σε όλους τους πιστούς δούλους Του. Όταν λοιπόν ή χάρη αύτη του Αγίου Πνεύματος έρθει σε κανένα, δεν του δείχνει τα συνηθισμένα, μήτε τα αισθητά του κόσμου τούτου, άλλα εκείνα πού δεν είδε ποτέ του μήτε τα φαντάστηκε· και τότε ο νους του ανθρώπου εκείνου διδάσκεται από το Άγιο Πνεύμα μυστήρια υψηλά και απόκρυφα, τα όποια, κατά τον θείο Παύλο, δεν μπορεί να τα δει μάτι ανθρώπου, μήτε νους ανθρώπου μπορεί να τα συλλογιστεί από μόνος του ποτέ. Και για να καταλάβεις πώς τα βλέπει ο νους μας, στοχάσου αυτό πού θα σου πω. Το κερί όταν είναι μακριά από τη φωτιά, είναι στερεό και πιάνεται, όταν όμως το βάλεις στη φωτιά λιώνει κι εκεί μέσα στη φλόγα καίγεται και ανάβει και γίνεται όλο φως κι Έτσι τελειώνει όλο μέσα στη φωτιά, και δεν είναι δυνατό να μη λιώσει μέσα στη φωτιά και να μη γίνει σαν νερό. Έτσι κι ο νους του ανθρώπου, όταν είναι μόνος χωρίς να ενωθεί με το Θεό, εννοεί όσα αντιστοιχούν στη δύναμη του, όταν όμως πλησιάσει στο πυρ της Θεότητας και στο “Άγιο Πνεύμα, τότε πλέον κυριεύεται ολωσδιόλου από εκείνο το θεϊκό φως και γίνεται όλος φως κι εκεί μέσα στη φλόγα του Παναγίου Πνεύματος ανάβει και λιώνει από τα θεία νοήματα· και δεν είναι δυνατό εκεί μέσα στο πυρ της Θεότητας να εννοεί τα δικά του κι εκείνα πού θέλει». Τότε του λέει ο θείος Γρηγόριος: «Είναι και αλλά, Καψοκαλύβη μου, πού να μοιάζουν με αυτά αλλά να είναι της πλάνης;» Και ο μέγας Μάξιμος του αποκρίθηκε: «Αλλά είναι τα σημάδια της πλάνης κι άλλα της χάρης. Το πονηρό πνεύμα της πλάνης, όταν πλησιάσει στον άνθρωπο, του συγχύζει το νου και τον αγριεύει, κάνει την καρδιά σκληρή και τη σκοτίζει, προξενεί δειλία και φόβο και υπερηφάνεια, του αγριεύει τα μάτια, ταράζει το μυαλό, προκαλεί ανατριχίλα σε όλο το σώμα, του δείχνει κατά φαντασία στα μάτια φως όχι λαμπρό και καθαρό, αλλά κόκκινο, του κάνει το νου έξω φρενών και δαιμονιώδη, τον παρακινεί να λέει με το στόμα του λόγια άπρεπα και βλάσφημα· Κι εκείνος πού βλέπει το πνεύμα αυτό της πλάνης, οργίζεται συχνά κι είναι γεμάτος από θυμό και διόλου δε γνωρίζει την ταπείνωση, μήτε το αληθινό πένθος και τα δάκρυα, αλλά πάντοτε καυχιέται για τα καλά του και κενοδοξεί και χωρίς συστολή και φόβο Θεού βρίσκεται παντοτινά μέσα στα πάθη. Και τελικά βγαίνει ολότελα από τα λογικά του και φτάνει σε τέλεια απώλεια. Από αύτη την πλάνη είθε να μας γλιτώσει ο Κύριος με τις ευχές σου. Άλλα τα σημεία της χάρης είναι αυτά· όταν πάει στον άνθρωπο ή χάρη του Παναγίου Πνεύματος, του συνάγει το νου και τον κάνει να είναι προσεκτικός και ταπεινός· του φέρνει την ενθύμηση του θανάτου και των αμαρτημάτων του και της μέλλουσας κρίσεως και της αιώνιας κολάσεως και του κάνει την ψυχή εύκολοκατάνυκτη, να κλαίει και να πενθεί- κάνει και τα μάτια του ήμερα και γεμάτα δάκρυα· και όσο πλησιάζει στον άνθρωπο, τόσο του ημερεύει την ψυχή και την παρηγορεί δια μέσου των αγίων παθών του Κυρίου μας Ιησού Χρίστου και της άπειρης φιλανθρωπίας Του. Και προξενεί στο νου υψηλές και αληθινές θεωρίες· για την ακατανόητη δύναμη του Θεού, πώς μ’ ένα λόγο έφερε τα πάντα από το μη όν στο είναι· για την άπειρη Του δύναμη πού συγκρατεί και κυβερνά τα πάντα κι έχει την πρόνοια όλων για το ακατανόητο της Αγίας Τριάδος και για το ανεξιχνίαστο πέλαγος της θείας ουσίας κλπ. Και όταν αρπαχθεί ο νους του ανθρώπου από εκείνο το θείο φως και φωτιστεί με το φωτισμό της θείας γνώσεως, γίνεται ή καρδιά του γαλήνια και πραότατη και αναβρύζει τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος· τη χαρά, την ειρήνη, τη μακροθυμία, την καλοσύνη, τη συμπάθεια, την αγάπη, την ταπείνωση κλπ., και απολαμβάνει ή ψυχή του μία αγαλλίαση απερίγραπτη.» Ακούγοντας αυτά ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναίτης, έμεινε εκστατικός και θαύμαζε για εκείνα πού του έλεγε ο θείος Μάξιμος, και πλέον δεν τον ονόμαζε άνθρωπο αλλά επίγειο άγγελο.

Γρηγόριος ο Παλαμάς

Γρηγόριος ο Παλαμάς
Ομιλία περί της κατα σαρκός του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού οικονομίας «Σχετικά με τη συγκαταβατική ενσάρκωση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και τα όσα προσφέρθηκαν εξαιτίας της σ’ αυτούς που τον εμπιστεύτηκαν αληθινά και σχετικά με την αιτία που ο Θεός, αν και μπορούσε να ελευθερώσει με ποικίλους άλλους τρόπους το ανθρώπινο γένος από την υποταγή στο διάβολο, προτίμησε να χρησιμοποιήσει αυτή τη συγκαταβατική τακτική. Μπορούσε, οπωσδήποτε, ο προαιώνιος και απεριόριστος και παντοκράτορας Λόγος και παντοδύναμος Υιός του Θεού, και χωρίς ο ίδιος να περιβληθεί την ανθρώπινη φύση, να απαλλάξει τους ανθρώπους από την υποτέλεια στο θάνατο και την υποδούλωση στο διάβολο, γιατί όλα υπακούουν στις εντολές του και το καθετί εξαρτιέται από τη θεϊκή εξουσία του, όλα έχει τη δύναμη να τα ενεργεί και, σύμφωνα με τον Ιώβ, τίποτε δε βρίσκεται έξω από τις δυνατότητές του, άλλωστε, απέναντι στην απόλυτη υπεροχή του δημιουργού, η δύναμη αντίστασης των δημιουργημάτων χρεοκοπά, κανένα δεν είναι ισχυρότερο από τον Παντοκράτορα. Όμως, αυτή η τακτική σωτηρίας, δηλαδή με την ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού, ήταν η πιο προσαρμοσμένη στη δική μας φύση, την ανθρώπινη αδυναμία μας κι ακόμα ήταν η πιο αντάξια του Θεού που την εφάρμοζε μια και χαρακτηριζόταν από το στοιχείο της δικαιοσύνης, χωρίς το οποίο καμιά ενέργεια του Θεού δεν πραγματοποιείται. «Δίκαιος γαρ ο Θεός, και δικαιοσύνας ηγάπησε, και ουκ έστιν αδικία εν αυτω», όπως λέει κι ο ψαλμωδός Προφήτης. Ο άνθρωπος εγκατέλειψε το Θεό πρώτος και, κατά συνέπεια, δίκαια εγκαταλείφθηκε από το Θεό, τότε κατέφυγε, με τη θέλησή του, στον αρχηγό της κακίας, που τον είχε παρασύρει με τις δόλιες αντίθεες συμβουλές του, δίκαια, πάλι, κατά συνέπεια, παραδόθηκε σ’ αυτόν, έτσι εισχώρησε στον κόσμο ο θάνατος, ως αποτέλεσμα του φθόνου του πονηρού και με την άδεια, τη δίκαιη, του αγαθού Θεού. Και ο θάνατος, εξαιτίας της υπερβάλλουσας κακότητας του αρχηγού της κακίας διπλασιάστηκε, κοντά σε κείνον που προσκολλήθηκε στην ανθρώπινη φύση, προστέθηκε κι ο άλλος που αυτός ο ίδιος ο διάβολος βίαια τον προξενεί. Επειδή, λοιπόν, η υποταγή στο διάβολο και η παράδοση στο θάνατο επήλθε ως δίκαιη συνέπεια, έπρεπε και η επάνοδος του ανθρώπινου γένους στην ελευθερία και τη ζωή να συντελεστεί από το Θεό πάλι ως δίκαιη συνέπεια. Και δεν ήταν μόνο η παράδοση του ανθρώπου στο φθονερό εχθρό του, που πρόκυψε ως συνέπεια της θείας δικαιοσύνης, ήταν και το γεγονός ότι ο ίδιος ο διάβολος, που αποξενώθηκε από τη δικαιοσύνη του Θεού και επεδίωξε άδικα να εξουσιάζει και να μην υπακούει πουθενά και να καταπιέζει, βρισκόμενος σε διάσταση με τη δικαιοσύνη, χρησιμοποίησε τη δύναμή του ενάντια στον άνθρωπο. Ο Θεός, λοιπόν, θεώρησε ότι προείχε να νικηθεί πρώτα ο διάβολος με τη δικαιοσύνη, με την οποία έχει ανοιχτή διαμάχη, και κατόπιν να νικηθεί με τη θεϊκή υπεροχή, δηλαδή με την ανάσταση και τη μέλλουσα κρίση. Γιατί αυτή είναι η σωστή σειρά, να προηγείται η δικαιοσύνη από τη δύναμη, αυτό αρμόζει αληθινά στη θεϊκή αγαθή διακυβέρνηση του κόσμου, όχι στην καταπιεστική επιβολή: να ακολουθεί η δύναμη, αφού πρώτα επιβληθεί η δικαιοσύνη. Και, όπως ο διάβολος, ο παμπάλαιος φονιάς του ανθρώπου, ξεσηκώθηκε εναντίον μας από φθόνο και μίσος, έτσι κι ο ζωοδότης μπήκε στη μάχη με το μέρος μιας από άπειρη αγαθότητα κι αγάπη για τον άνθρωπο. Και όπως εκείνος, χωρίς να του έχει παρασχεθεί το δικαίωμα, έβαλε σκοπό του να καταστρέψει το πλάσμα του Θεού, έτσι κι ο πλάστης, έχοντας αντίθετα, κάθε δικαίωμα, αποφάσισε να σώσει το δημιούργημά του. Και όπως εκείνος πέτυχε με την αδικία και τη δολιότητα να καταγάγει νίκη και να γκρεμίσει τον άνθρωπο από το θεοδώρητο αξίωμά του, έτσι κι ο ελευθερωτής με δικαιοσύνη και σοφό σχέδιο επέφερε την πανωλεθρία του αρχηγού της κακίας και την ανακαίνιση του ανθρώπου. Λοιπόν, ο Θεός απέφευγε να χρησιμοποιήσει, πράγμα που μπορούσε, τη δύναμη, ώσπου να προχωρήσει στην απόδοση της δικαιοσύνης, πράγμα που ήταν αναγκαίο. Έτσι άλλωστε φάνηκε ξεκάθαρα η δύναμη της δικαιοσύνης, αφού προτιμήθηκε ως τακτική από τον παντοδύναμο που κανένας δεν μπορεί να τον νικήσει. Απ’ αυτό μάλιστα θα �πρεπε και οι άνθρωποι να παραδειγματιστούν, ώστε να ζουν με δικαιοσύνη την επίγεια ζωή τους, ώστε στην αιώνια ζωή της αθανασίας ν’ αναλάβουν τη δύναμη και να μη τη χάσουν ποτέ. Κι ακόμα έπρεπε ο διάβολος που τότε νίκησε τον άνθρωπο, να νικηθεί από τη νικημένη ανθρώπινη φύση και να κατατροπωθεί αυτός που με τόση πανουργία παγίδευσε τον άνθρωπο. Γι’ αυτό το σκοπό χρειαζόταν απαραίτητα να υπάρξει ένας άνθρωπος αναμάρτητος. Όμως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο. «Ουδείς γαρ, λέει η Γραφή, αναμάρτητος, ουδ’ αν μία ημέρα η ζωή αυτού» και «τις καυχήσεται αγνήν έχειν την καρδίαν;» Μονάχα ο Θεός, κανένας άλλος, δεν μπορεί να είναι αναμάρτητος. Γι’ αυτό ακριβώς ο Θεός Λόγος, ο γεννημένος από το Θεό ευθύς απ’ την αρχή της ύπαρξής του, και πάντοτε ενωμένος μ’ Αυτόν (δεν είναι δυνατό να υπάρξει η να εννοηθεί ποτέ Θεός στερημένος λόγου) και ουδέποτε διαχωρισμένος απ’ Αυτόν, ο ένας υπαρκτός Θεός (το αντιφέγγισμα του ήλιου δεν είναι άλλον φως διαφορετικό απ’ τον ήλιο και οι ηλιακές ακτίνες δεν είναι άλλοι ήλιοι), γι αυτό, λοιπόν, ο μόνος αναμάρτητος Υιός και Λόγος του Θεού καθίσταται γιος ανθρώπου, χωρίς βέβαια, να αλλάζει τίποτε ως προς τη θεότητά του, μένοντας, όμως, ακηλίδωτος ως προς την ανθρώπινή του ιδιότητα. «Ος, όπως προφήτευσε ο Ησαϊας, αμαρτίαν ουκ εποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματί αυτού». Και όχι μόνο αυτό, αλλά και κείνος που δε «συνελήφθη εν ανομίαις» και δεν «εκυήθη εν αμαρτίαις» καθώς διαπιστώνει, μιλώντας για τον εαυτό του, ή μάλλον για ολόκληρο το γένος των ανθρώπων, ο Δαβίδ στους Ψαλμούς. Γιατί η επανάσταση της σάρκας έχει ως αυτόματη συνέπεια την καταδίκη που είναι και λέγεται φθορά. Αυτή η επανάσταση αν και δε γίνεται με τη θέληση του ανθρώπου, αν και φανερά βρίσκεται σε αντίθεση με τους νόμους της νόησης και παρά το γεγονός ότι τιθασεύεται από τους ενάρετους και προσανατολίζεται μόνο προς τον τομέα δημιουργίας παιδιών, έτσι ή αλλιώς σπρώχνει τον άνθρωπο προς τη φθορά και δεν είναι παρά έφεση για ικανοποίηση των παθών αυτού που δε συνειδητοποίησε την τιμή που αξιώθηκε η φύση μας από το Θεό, αλλά εξομοιώθηκε με τα κτήνη. Γι αυτό και δε γεννήθηκε, απλώς Θεός ανάμεσα στους ανθρώπους, αλλά και από Παρθένο επίλεκτη και απαλλαγμένη από βρώμικους σαρκικούς λογισμούς, σύμφωνα με τους προφήτες, γεννήθηκε από Παρθένο στη μήτρα της οποίας επέφερε τη σύλληψη όχι κάποια σαρκική όρεξη, αλλ’ ο ερχομός του Αγίου Πνεύματος. Αυτό που συνέβηκε ήταν η υποδοχή και η αποδοχή του ουράνιου χαρμόσυνου μηνύματος, όχι υπόκυψη και δοκιμή στη γεμάτη πάθος σαρκική επιθυμία. Μακριά από κάθε τέτοια εμπειρία, η σύλληψη έγινε μέσα στην πνευματική ευφροσύνη και την επικοινωνία με το Θεό. «Ιδού γαρ η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου», απάντησε η άσπιλη Παρθένος στον άγγελο που της έφερε το μήνυμα της χαράς, συνέλαβε και γέννησε. Προκειμένου έτσι ο νικητής του διαβόλου, όντας άνθρωπος – θεάνθρωπος να κατάγεται, βέβαια, από το ανθρώπινο γένος, να μη μετέχει όμως στην κληρονομούμενη αμαρτία. Αυτός μόνος απ’ όλους τους ανθρώπους να συλληφθεί χωρίς να συντρέχει το γεγονός της παρακοής, μόνος αυτός να μπει στη μήτρα της μητέρας του χωρίς να μεσολαβήσει η εμπαθής ηδονή της σάρκας και οι βρώμικες επιθυμίες που χαρακτηρίζουν τη μιασμένη από την παρακοή ανθρώπινη φύση. Προκειμένου έτσι ο Χριστός να υπάρξει τέλεια απαλλαγμένος από κάθε μόλυνση που μεταδίδεται στους απογόνους, με αποτέλεσμα να μην έχει καμιά ανάγκη κάθαρσης ο ίδιος, και να δέχεται τα πάντα με σοφία για χάρη μας. Και έτσι να γίνει ο ολοκληρωτικά νέος Άνθρωπος και να παραμείνει νέος πραγματικά κι αταλάντευτα, χωρίς καθόλου να παλιώνει πάλι, και να ανοικοδομήσει, προσφερόμενος ο ίδιος ως θεμέλιο και ως όργανο, τον παλιό Άνθρωπο και να τον διατηρήσει πάντα νέο, μια και μπορεί να διώξει μακριά κάθε στοιχείο παλιό και φθαρμένο. Γιατί και κείνος, ο πρώτος Άνθρωπος δημιουργήθηκε καταρχήν πεντακάθαρος και ήταν νέος ωσότου με τη θέλησή του ακολούθησε το διάβολο και εκτράπηκε στις σαρκικές ηδονές και ξέπεσε μες το βούρκο της αμαρτίας με αποτέλεσμα να παλιωθεί και να κατρακυλήσει στην παραφθορά της φυσικής του κατάστασης. Γι’ αυτό ο Κυβερνήτης του κόσμου δεν ανακαινίζει τον άνθρωπο, παράδοξα, μόνο με κάποια εξωτερική ενέργεια του, αλλά τον προσλαμβάνει και τον αγκαλιάζει. Και δεν ανορθώνει μόνο και ξαναστεριώνει την ανθρώπινη φύση, αλλά και την περιβάλλεται με τρόπο απερίγραπτο και ενώνεται και ταυτίζεται μαζί της, και γεννιέται συγχρόνως Θεός και άνθρωπος από γυναίκα βέβαια, ώστε να πάρει πίσω της φύση του που ο ίδιος έπλασε κι ο πονηρός με τη συμβουλή του τού έκλεψε, παρθένο όμως, για να καταστήσει τον άνθρωπο νέο, γιατί αν γεννιόταν με σπέρμα ανδρός, θα έφερνε την κληρονομιά της αμαρτίας και δε θα ήταν καινούριος άνθρωπος, δε θα ήταν ο αρχηγός και χορηγός της ζωής εκείνης που ποτέ δεν παλιώνει, δε θα κατάφερνε, αν άνηκε στην παλιά ξεπεσμένη κατάσταση, να προσλάβει ολόκληρη τη διαφανή θεότητα και να καταστήσει τη σάρκα ανεξάντλητη πηγή αγιασμού τόσο, ώστε να ξεπλύνει και να καθαρίσει πλέρια το μολυσμό των προπατόρων και να επαρκέσει για τον εξαγιασμό και όλων των επιγόνων. Γι’ αυτό ακριβώς, ούτε άγγελος, ούτε άνθρωπος, αλλά αυτός ο ίδιος ο Κύριος, νικημένος από την αγάπη του για μας, θέλησε να μας σώσει και να μας αναπλάσει, με το να γεννηθεί τέλειος άνθρωπος όπως και μεις, μένοντας όμως συγχρόνως αναλλοίωτα Θεός». ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: agiosfilimon.blogspot.com

ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΑΙΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΑΙΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥ
Ο πλανεμένος αναχωρητής
ΚΑΠΟΙΟΣ αναχωρητής, από αμάθεια πιο πολύ, δεν ήθελε να παραδεχθεί πώς ο άγιος "Άρτος πού μεταλαμβάνουμε εΙναι το Σώμα του Κυρίου.
Οι γέροντες της Σκήτης, όταν το έμαθαν, τον κάλεσαν και τον κατήχησαν με την ορθή διδασκαλία της 'Εκκλησίας για τα άχραντα Μυστήρια.
Εκείνος όμως επέμενε στην πλάνη του. οι πατέρες τον άφησαν, αλλά προσευχήθηκαν νά τον φωτίσει ο Θεός, ώστε νά καταλάβει την αλήθεια.
Μία Κυριακή ο αναχωρητής συμμετείχε στη θεία λειτουργία από το άγιο βήμα του ναού της Σκήτης.
Τη στιγμή πού ο ιερέας πήρε στα χέρια του το πρόσφορο για νά προσκομίσει, ο πλανεμένος μοναχός είδε κατάπληκτος
ένα βρέφος ξαπλωμένο πάνω στην άγία τράπεζα. Κι όταν άρχισε να διαμελίζει τον Άρτο φάνηκε άγιος άγγελος από το θυσιαστήριο κρατώντας ατό χέρι του ένα μαχαίρι.
Συγχρόνως με τον ιερέα διαμέλισε κι Αυτός το θείο Βρέφος κι έχυσε το Αίμα Του ατό άγιο Ποτήριο. Ο αναχωρητής ταράχθηκε.
Μα ύστερα από λίγο, όταν πήγε νά κοινωνήσει, συνέβη κάτι πιο φοβερό.
Είδε μέσα ατό άγιο Ποτήριο ανθρώπινη σάρκα βαμμένη στο αίμα.
Κλαίγοντας τότε ομολόγησε την πλάνη του και παρακάλεσε τον Κύριο νά σκεπάσει με τη χάρη Του τα θεία Μυστήρια, για νά τολμήσει να κοινωνήσει.
Πραγματικά, μέσα ατό άγιο Ποτήριο είδε πάλι ψωμί και κρασί, από τα όποία μετάλαβε ευχαριστώντας το Θεό.


Ο δύσπιστος μοναχός
ΕΝΑΣ μοναχός πάλευε με λογισμούς αμφιβολίας, για το αν τα τίμια Δώρα είναι πραγματικά Σώμα
και Αίμα Χριστού ή άπλά σύμβολα και τύποι.
Οι άλλοι μοναχοί, όταν ενημερώθηκαν σχετικά, τον κάλεσαν σε μία θεία λειτουργία, στη διάρκεια της όποίας προσεύχονταν όλοι θερμά νά του δείξει ο Θεός με θαύμα την αλήθεια, για νά διώξει τούς λογισμούς της απιστίας.
Μετά την απόλυση, ο αδελφός Αυτός διηγήθηκε στους άλλους τα έξης:
«Όταν ο διάκονος ανέβηκε στον άμβωνα για νά διαβάσει το Ευαγγέλιο, είδα ν' ανοίγει ή στέγη της εκκλησίας.
Μετά την ευχή της προσκομιδής, είδα να σχίζονται οι ουρανοί και νά κατεβαίνει φωτιά πάνω στα τίμια Δώρα.
'Ύστερα παρουσιάστηκε πλήθος αγγέλων κι ανάμεσά τους ένα Παιδί.
Μαζί τους κατέβηκαν άλλα δύο πρόσωπα με ομορφιά απερίγραπτη.
Κατόπι ν οι άγγελοι στάθηκαν κυκλικά γύρω από την άγία τράπεζα, ενώ το Βρέφος ενθρονίστηκε πάνω α' αυτήν.
Όταν πλησίασαν οι ιερείς για νά τεμαχίσουν τον άρτο της προθέσεως, είδα εκείνα τα δύο πρόσωπα νά πιάνουν το Παιδί από τα χέρια και τα πόδια, και μ' ένα μαχαίρι νά το σφάζουν, χύνοντας το αίμα Του ατό άγιο Ποτήριο.
Στη συνέχεια έκοψαν το Σώμα του σε μικρές μερίδες, πού τις τοποθέτησαν πάνω στά τεμάχια των άρτων.
Αμέσως τότε οι άρτοι μεταβλήθηκαν κι αυτοί σε σάρκα.
"Στο «Μετά φόβου...», στους αδελφούς πού πλησίαζαν, προσφέρονταν κομμάτια από σάρκα. Μόλις όμως έλεγαν «αμήν», γινόταν άρτος στα χέρια τους.
όταν πλησίασα κι εγώ, μου δόθηκε σάρκα και δεν μπορούσα νά μεταλάβω.
Τότε ένιωσα μία φωνή νά ψιθυρίζει στ' αυτί μου:
Άνθρωπε, γιατί δεν μεταλαμβάνεις; δεν σου προσφέρεται αυτό ακριβώς πού ζήτησες;
Λυπήσου με, Κύριε. δεν μπορώ νά μεταλάβω σάρκα.
Μάθε λοιπόν πώς, αν μπορούσε ο άνθρωπος νά μεταλά6ει καθαρή σάρκα, τότε μέσα στο άγιο ποτήριο θα υπήρχε σάρκα, όπως την είδες εσύ.
Επειδή όμως δεν μπορεί νά μεταλάβει κάτι τέτοιο, όρισε ο Θεός τούς άρτους της προθέσεως.
Αν λοιπόν πίστεψες ότι ο αγιασμένος αυτός" Άρτος είναι το ίδιο το Σώμα του Χριστού, μετάλαβε αυτό πού έχεις στο χέρι σου!
Πιστεύω, Κύριε, απάντησα τότε συντριμμένος.
Αμέσως ή σάρκα πού κρατούσα έγινε πάλι Άρτος. Ευχαρίστησα το Θεό και κοινώνησα.
Αφού τελείωσε ή ιερή μυσταγωγία, είδα ν' ανοίγει πάλι ή στέγη του ναού και ν` ανεβαίνουν οι Αγγελικές δυνάμεις στον ουρανό.


Ή θεόσαρκη μερίδα

ΔΩΔΕΚΑ μίλια έξω από τη Δαμασκό ασκήτευε ένας στυλίτης.
Κάποτε σκανδαλίστηκε μ' έναν ιερέα της πόλης, για τον όποίο πληροφορήθηκε πώς έπεφτε σε σαρκική αμαρτία.
σε λίγες μέρες ο ιερέας αυτός έτυχε νά πάει νά λειτουργήσει στο μοναστήρι, όπου βρισκόταν και ο στύλος του ασκητή.
Την ώρα του κοινωνικού, ο στυλίτης κατέβασε σ' ένα καλάθι το άγιο Ποτήριο πού είχε μαζί του, και μέσα σ' αυτό του έβαλαν τα άχραντα Μυστήρια.
Όταν όμως ανέβασε πάνω την θεία Κοινωνία, δίσταζε νά μεταλάβει.
Έφερνε στο νου του την κατηγορία πού είχε ακούσει για τον λειτουργό ιερέα, και συλλογιζόταν:
Άραγε, έχει αγιαστεί αυτή ή μερίδα;
Επιφοίτησε σ' αύτή το άγιο Πνεύμα ή εμπόδισε τον ερχομό Του ή αμαρτία του λειτουργού;
'Έτσι όπως είμαι σκανδαλισμένος με τον ιερέα, πρέπει νά μεταλάβω ή όχι;".
Ενώ συλλογιζόταν αυτά, ο Θεός οικονόμησε νά συμβεί κάτι φρικτό, για νά πληροφορηθεί ο
στυλίτης και συνάμα νά στηριχθεί κάθε χριστιανική ψυχή.
Την ώρα πού τεμαχιζόταν το πανάγιο Σώμα, πριν τη μετάληψη του λαού, μία μερίδα κύλησε από το δισκάριο κι έπεσε στην άγία τράπεζα, όπου μεταβλήθηκε σε σάρκα μπροστά ατά μάτια όλων όσων βρίσκονταν εκεί.
Ό λειτουργός, θαμπωμένος, δοκίμασε ν' ακουμπήσει και νά ψηλαφίσει την άγία μερίδα.
Μόλις όμως την άγγιξε, εκείνη κόλλησε ατό δάχτυλό του σαν ζωντανή, φρεσκοσφαγμένη σάρκα. και καθώς τράβηξε το χέρι του, υψώθηκε και ή άγία μερίδα κολλημένη στο δάχτύλο.
Αμέσως έσταξαν τρεις σταγόνες Αίμα στην άγία τράπεζα, πού πότισαν το πρώτο και δεύτερο κάλυμμα κι έφτασαν μέχρι το μάρμαρο.
'Όταν πληροφορήθηκε ο στυλίτης το θαυμαστό γεγονός, μετάλαβε με φόβο και τρόμο την άγία μερίδα πού του είχαν στείλει, και ομολόγησε σ' όλους τη δυσπιστία του.
Ό όσιος Αναστάσιος ο Σιναίτης, πού διηγήθηκε τη θαυμαστή αυτή ιστορία, υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας του θαύματος.
Αξιώθηκε νά δει, νά προσκυνήσει και νά πάρει μαζί του ένα κομμάτι από τη θεόσαρκη μερίδα.
Κάποτε βρέθηκε στα 'Ιεροσόλυμα, όπου συνάντησε ένα δαιμονισμένο.
με αδίσταχτη πίστη του κρέμασε ατό λαιμό, μέσα σε σακουλάκι, την άγία μερίδα, και σε μερικές μέρες ο ασθενής είχε θεραπευθεί.


Η εμφάνιση της Θεοτόκου

ΖΟΥΣΕ ατή χώρα των . Αλαμανών ένας ιερέας πολύ ενάρετος, ο Πελάγιος, πού έτρεφε ξεχωριστή ευλάβεια στην Υπεραγίας Θεοτόκο.
Ο διάολος όμως τον φθόνησε και τού έσπειρε λογισμό απιστίας για τη θεία Κοινωνία.
"Πώς είναι! δυνατόν", σκεφτόταν, "νά γίνονται το ψωμί Σώμα; και το κρασί Αίμα Χριστού!" .
Άπ' τούς λογισμούς αυτούς έπεφτε σε μεγάλη θλίψη, αλλά δεν τολμούσε νά συμβουλευθεί κανέναν άνθρωπο.
Γι' αυτό πρόστρεξε στην ίδια την Παναγία και την παρακάλεσε νά τον πληροφορήσει σχετικά.
Κάποια μέρα λοιπόν, ενώ λειτουργούσε, όταν έφτασε ατό «' Εξαιρέτως της Παναγίας αχράντου... », εξαφανίστηκε από το δισκάριο ο άγιος" Άρτος. 'Ερεύνησε ο Πελάγιος -τριγύρω, αλλά δεν τον βρήκε.
Παναγία μου! Φώναξε τρομαγμένος, γνωρίζω ότι για την ολιγοπιστία και την αμφιβολία μου με σιχάθηκε ο Χριστός κι έφυγε από μπροστά μου για νά μην κοινωνήσω, ο ανάξιος.
Εσύ όμως παρακάλεσέ Τον νά με συγχωρήσει!
Βλέπει τότε μπροστά στην άγία τράπεζα την υπερένδοξη Βασίλισσα με το θείο Βρέφος στην αγκαλιά της νά του λέει:
αυτό το Βρέφος είναι ο Ποιητής της οικουμένης, ο γιος και Λόγος του Θεού' τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος.
Αυτός πέθανε στο Σταυρό για τη σωτηρία του κόσμου και αναστήθηκε.
Αυτός και τώρα καθημερινά συγκαταβαίνει με θαυμαστό τρόπο στο σχήμα του ψωμιού και του κρασιού, για την πολλή αγάπη Του στους ανθρώπους, και προσφέρεται σ' αυτούς για τον αγιασμό της ψυχής τους.
Ψηλάφισε Τον λοιπόν κι ερεύνησε άφοβα, για νά διαπιστώσεις ότι πρόκειται για αληθινή θεωρία, ότι είναι σώμα πραγματικό με σάρκα και Αίμα, καθώς τον γέννησα.
'Έτσι ακριβώς γίνονται ο Άρτος και ο οίνος όταν λειτουργείς.
Επειδή όμως ή ανθρώπινη φύση δεν μπορεί νά φάει σάρκα ωμή και νά πιει Αίμα, γι' αυτό με πάνσοφο τρόπο ο Παντοδύναμος προσφέρεται με τη μορφή του ψωμιού και του κρασιού, ώστε νά μπορεί ο καθένας νά τον μεταλαμβάνει με λαχτάρα και πόθο. Κοινώνησε λοιπόν κι εσύ με ευλάβεια και πίστη, γιατί οποίος τον παίρνει μέσα του άξια, γίνεται μέτοχος της θείας δόξας Του.
Μ' αυτά τα λόγια ή Δέσποινα απέθεσε το Βρέφος στην άγία τράπεζα, κι αφού το προσκύνησε ταπεινά, έγινε άφαντη.
Τότε ο ιερέας πήρε με φόβο και χαρά στα χέρια' του το θείο Βρέφος, το ασπάστηκε ευλαβικά και διαπίστωσε πώς ήταν πράγματι ένα ζωντανό βρέφος με αληθινή σάρκα.
Ύστερα το ακούμπησε στην άγία τράπεζα, έπεσε στη γη και προσευχήθηκε με δάκρυα:
"Πιστεύω, Κύριε, και ομολογώ πώς Εσύ είσαι ο Υιός του Θεού, πού γεννήθηκες από την άειπάρθενη Μαρία.
Σ' ευχαριστώ για τη χάρη πού αξιώθηκα σήμερα ο ανάξιος, και παρακαλώ νά μου συγχωρέσεις την παλιά μου δυσπιστία. και τώρα αξίωσέ με νά Σε κοινωνήσω όχι σαν βρέφος, άλλά σαν" Άρτο".
Αφού προσευχήθηκε έτσι με πίστη, σηκώνεται, και βλέπει μπροστά του τον άγιο " Άρτο όπως και πρίν.
Μετάλαβε με ευφρόσυνη, και συνέχισε σ όλη του τη ζωή νά ιερουργεί τα θεία Μυστήρια με περισσή ευλάβεια


Ή οπτασία του Σαρακηνού

Ο ΑΜΗΡΑΣ της Συρίας έστειλε κάποτε τον ανιψιό του στη Διόσπολη για ορισμένες εργασίες.
Στην πόλη αύτή ο ανιψιός συνάντησε έναν θαυμάσιο ναό του άγίου Γεωργίου.
Αμέσως πρόσταξε τούς υπηρέτες του νά μεταφέρουν τα πράγματά του επάνω στα κατηχούμενα του ναού, όπου εγκαταστάθηκε κι ο ίδιος.
'Ύστερα είπε να βάλουν μέσα ατό ναό και τις δώδεκα καμήλες του, παρά τις διαμαρτυρίες και τις παρακλήσεις των ιερέων.
Μόλις όμως οι καμήλες μπήκαν στην εκκλησία, έπεσαν ατό έδαφος νεκρές, ενώ ο ανιψιός του αμηρά έμεινε νά θαυμάζει την ακαταμάχητη δύναμη του άγίου Γεωργίου.
Την άλλη μέρα, καθώς ο ιερέας τελούσε τη θεία λειτουργία. Ο Σαρακηνός τον παρακολουθούσε από τα κατηχούμενα.
Τότε ο φιλάνθρωπος Θεός του άνοιξε τα μάτια της ψυχής, και τι βλέπει τον ιερέα νά σφάζει ένα μικρό παιδί και νά χύνει το αίμα του μέσα στο άγιο ποτήριο, ενώ το σώμα του νά το κόβει και νά το τοποθετεί ατό ιερό δισκάριο!
Όταν τελείωσε το κοινωνικό, παρατηρούσε ο Σαρακηνός απορημένος τον ιερέα νά μεταδίδει στό λαό τις σάρκες και το αίμα του παιδιού.
Μετά τη λειτουργία πήρε ο ιερέας τα καλύτερα πρόσφορα και τα πήγε φιλοδώρημα στο Σαρακηνό. Τι είναι αυτά; ρώτησε εκείνος.
Αυτά, αφέντη μου, είναι ψωμιά πού προσφέρουν οι πιστοί.
Μ' αυτά λειτουργούμε στην Εκκλησία μας.
Άπ' αυτά πήρες και λειτούργησες σήμερα; ρώτησε θυμωμένος εκείνος.
Δεν σε είδα εγώ, πού έσφαξες το παιδί κι έδωσες τη σάρκα και το αίμα του ατό λαό;
Νομίζεις πώς όλ' αυτά Δεν τα έβλεπα, κακούργε και φονιά; .
Ό ιερέας τρόμαξε. Δόξασε το Θεό και είπε:
Πιστεύω, αφέντη μου, πώς ο Θεός σ' έχει κατατάξει ατή χορεία των σωζόμενων, αφού σε αξίωσε νά δεις τέτοιο φρικτό μυστήριο. Αύτή τη θεωρία ποτέ Δεν αξιώθηκα εγώ νά τη δω, αλλά βλέπω πάντα μπροστά μου ψωμί και κρασί.
Εμείς πιστεύουμε πώς ο άρτος και ο οίνος, πού προσφέρουμε στη λειτουργία μας, εΙναι Σώμα και Αίμα Χριστού, μα τούτο το θαυμάσιο Δεν το βλέπει ο καθένας.
Ακούγοντας την εξήγηση ο Σαρακηνός, θαύμασε και αποφάσισε νά γίνει χριστιανός. Βαπτίστηκε, πήγε στο Σινά, έγινε μοναχός, και αργότερα επισφράγισε με το μαρτύριο την ορθόδοξη πίστη του.


Η «αμαρτία» του γερο-Αυγουστίνου

ΕΝΑΣ ευλογημένος αγιορείτης μοναχός, ο γερο Αυγουστίνος ο Ρώσος (1882-1965), ήταν πολύ ενάρετος, πολύ ταπεινός και πολύ αγωνιστής.
Κάποτε παρουσιάστηκε ο διάβολος μέσα στο κελί του σαν σκύλος φοβερός.
Πετούσε φωτιές από το στόμα και όρμησε πάνω στο γέροντα για νά τον πνίξει, επειδή, όπως του είπε, καιγόταν από τις προσευχές του.
Ο γερο-Αυγουστίνος τον άρπαξε και τον πέταξε στον τοίχο φωνάζοντας:
Κακέ διάβολε, γιατί πολεμάς τα πλάσματα του Θεού;
Ο διάβολος, κατατρομαγμένος απ' την αναπάντεχη υποδοχή, έγινε άφαντος.
Ύστερα όμως ο αγαθότατος και απλούστατος γέροντας είχε τύψεις, επειδή... χτύπησε το διάβολο !
Περίμενε με αγωνία πότε νά φωτίσει, για νά πάει στον πνευματικό του νά εξομολογηθεί το "αμάρτημα" του.
Πραγματικά, μόλις φώτισε πήγε στην Προβάτα (μιάμιση ώρα απόσταση από το κελί του), όπου ήταν ο πνευματικός του, και εξομολογήθηκε.
Ό πνευματικός μου όμως ήταν πολύ συγκαταβατικός", διηγιόταν αργότερα ο γέροντας, "και δεν μου έβαλε κανένα κανόνα, αλλά μου είπε νά κοινωνήσω.
Εγώ, από τη χαρά μου, όλη τη νύχτα έκανα κομποσχοίνι, και μετά πήγα στη θεία λειτουργία και κοινώνησα.
Όταν ο παπάς έβαζε την άγία λαβίδα ατό στόμα μου, είδα την άγία Κοινωνία κομμάτι κρέας και αίμα!
και τη μασούσα για νά την καταπιώ! Παράλληλα ένιωθα και μία μεγάλη αγαλλίαση, πού δεν μπορούσα νά την αντέξω.
Από τα μάτια μου έτρεχαν γλυκά δάκρυα, και το κεφάλι μου φώτιζε σαν λάμπα.
Έφυγα γρήγορα για νά μη με δουν οι πατέρες, και την ευχαριστία για τη θεία μετάληψη τη διάβασα μόνος μου στο κελί μου".


Μία πειστική απόδειξη

ΣΤΟΝ ιερό ναό του Τιμίου Σταυρού της Λαύρας του άγίου Αλεξάνδρου Νέφσκι, στην Πετρούπολη της Ρωσίας, συνέβη κάποτε το ακόλουθο συγκλονιστικό περιστατικό:
Στη διάρκεια μιας θείας λειτουργίας, ο λειτουργός αρχιερέας Στέφανος, αφού διάβασε την ευχή«Πιστεύω, Κύριε, και ομολογώ...» σήκωσε το κάλυμμα του άγίου ποτηριού κι έμεινε σαν αποσβολωμένος.
Είδε μέσα σάρκα και αίμα ανθρώπινα!
Γύρισε τότε στο διάκονο, τον κατοπινό στάρετς Σαμψών(1979), και του είπε: "Βλέπεις, πάτερ"; τι νά έκαναν;...
Ό επίσκοπος αφού τοποθέτησε το άγιο ποτήριο στην άγία τράπεζα, γονάτισε και ικέτεψε τον Κύριο' νά κάνει έλεος.
Πώς θα μετέδιδε σάρκα ανθρώπινη στους πιστούς; Ποίος θα την έπαιρνε;
Αφού προσευχήθηκε για ένα τέταρτο με υψωμένα τα χέρια, ξανακοίταξε στο άγιο ποτήριο.
Ή σάρκα και το αίμα είχαν γίνει ψωμί και κρασί. 'Έτσι βγήκε και κοινώνησε τούς πιστούς.
'Όσοι κληρικοί πληροφορήθηκαν το θαύμα, είπαν ότι το επέτρεψε ο Θεός για νά ενισχυθεί ή πίστη τους.
Ο διάκονος Σαμψών μάλιστα, πού κρατούσε το άγιο ποτήριο, ομολόγησε ότι από το γεγονός αυτό πήρε ξεχωριστή δύναμη και παρηγοριά.
Πίστεψε απόλυτα και αναμφίβολα πώς ή θεία Ευχαριστία είναι αυτό το τίμιο Σώμα και Αίμα του ΣΩΤΗΡΟΣ.
Πείστηκε ο ίδιος, αλλά το διέδωσε και σε άλλους, για νά πάρουν όλοι, όσοι θα το μάθαιναν, δύναμη και χαρά. το σημείο αυτό ήταν ακόμα, όπως είπε, μία αφορμή για ν' αποκτήσουν περισσότερη ταπείνωση οι κληρικοί και νά συνειδητοποιήσουν την αναξιότητά τους.


Το δεσποτικό Αίμα

ΚΑΤΑ τη διάρκεια της θείας λειτουργίας στο χωριό Ζάρκα της 'Ιορδανίας, στις 21 'Απριλίου1991, μετά τη μεγάλη είσοδο, ο ορθόδοξος ιερέας τοποθέτησε τα τίμια Δώρα στην άγία τράπεζα. Ξαφνικά είδε το δισκάριο γεμάτο αίμα.
Από τον άγιο Άρτο ξεχυνόταν επίσης αίμα ζεστό. Ό ιερέας έβαλε τις φωνές, και οι πιστοί έτρεξαν στο ιερό νά δουν τι συμβαίνει.
Βλέποντας το θαυμαστό γεγονός, έμειναν άφωνοι. Άλλοι προσπαθούσαν νά μεταλάβουν μερικές σταγόνες ενώ άλλοι νά χρίσουν το σώμα τους.
"Επισκέφθηκα την πόλη", διηγείται αυτόπτης μάρτυρας, για νά δω από κοντά το θεϊκό σημείο.
Χιλιάδες κόσμου είχαν κατακλύσει την περιοχή.
Ό ιερέας είχε κατορθώσει νά φυλάξει δύο κομματάκια Άρτου. Ομολογώ πώς αυτό πού έβλεπα δεν ήταν Άρτος και οίνος.
Ήταν Σώμα και Αίμα Ιησού Χριστού .

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΙ Η ΜΥΘΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΙ Η ΜΥΘΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ



 
Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
ΚΑΙ Η ΜΥΘΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
 π. Γεωργίου Μεταλληνού

     Ο σκοπός της ενανθρωπήσεως είναι η θέωση του ανθρώπου. «Άνθρωπος γίνεται Θεός, ίνα Θεόν τον Αδάμ απεργάσηται» (τροπάριο Χριστουγέννων). «Αυτός ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν» (Μ. Αθανάσιος). «Άνθρωπος γαρ εγένετο ο Θεός και Θεός ο άνθρωπος» (Ι. Χρυσόστομος). Στη λογική ενός ηθικιστού ο όρος «θεοποιηθώμεν», που χρησιμοποιούν Πατέρες, όπως ο Μ. Αθανάσιος, είναι σκάνδαλο. Γι’ αυτό μιλούν για «ηθική θέωση». Διότι φοβούνται να δεχθούν ότι με τη θέωση μεταβάλλεται «κατά χάριν» αυτό που ο Τριαδικός Θεός είναι «κατά φύσιν» (άκτιστος, άναρχος, αθάνατος). Τα Χριστούγεννα είναι, γι’ αυτό, άμεσα συνδεδεμένα και με τη Σταύρωση και την Ανάσταση, αλλά και την Ανάληψη και την Πεντηκοστή.
Ο Χριστός-Θεάνθρωπος χαράζει το δρόμο, που καλείται να βαδίσει κάθε σωζόμενος άνθρωπος, ενούμενος μαζί Του. Ο Ευαγγελισμός και τα Χριστούγεννα οδηγούν στην Πεντηκοστή,, το γεγονός της θεώσεως του ανθρώπου εν Χριστώ, μέσα δηλαδή στο σώμα του Χριστού. Αν τα Χριστούγεννα είναι η γέννηση του Θεού ως ανθρώπου, η Πεντηκοστή είναι η τελείωση του ανθρώπου ως Θεού κατά χάριν. Με το βάπτισμά μας μετέχουμε στη σάρκωση, το θάνατο και την ανάσταση του Χριστού, ζούμε και μεις τα «Χριστούγεννά μας», την ανά-πλασή μας. Οι Άγιοι δε, που φθάνουν στην ένωση με το Χριστό, τη θέωση, μετέχουν στην Πεντηκοστή και φθάνουν έτσι στη τελείωση και ολοκλήρωση του αναγεννημένου εν Χριστώ ανθρώπου. Αυτό σημαίνει εκκλησιαστικά πραγμάτωση του ανθρώπου, εκπλήρωση δηλαδή του σκοπού της υπάρξεώς του.
Όσο και αν είναι κουραστικός ο θεολογικός λόγος, και μάλιστα στον αμύητο θεολογικά σύγχρονο άνθρωπο, δεν εκφράζει παρά την πραγματικότητα της εμπειρίας των Αγίων μας. Μέσα από αυτήν την εμπειρία και μόνο μπορούν να κατανοηθούν εκκλησιαστικά, δηλαδή Χριστοκεντρικά, τα Χριστούγεννα. Αντίθετα, η αδυναμία του μη αναγεννημένου εν Χριστώ ανθρώπου να νοηματοδοτήσει τα Χριστούγεννα έχει οδηγήσει σε κάποιους γύρω απ’ αυτά μύθους. Οι άγευστοι της αγιοπνευματικής ζωής, μη μπορώντας να ζήσουν τα Χριστούγεννα, μυθολογούν γι’αυτά, στα όρια της φαντασίας και μυθοπλασίας, χάνοντας το αληθινό νόημά τους. Όπως μάλιστα θα δούμε, ο αποπροσανατολισμός αυτός δεν συνδέεται πάντοτε με την άρνηση του μυστηρίου, αλλά με αδυναμία βιώσεώς του, που οδηγεί αναπόφευκτα στην παρερμηνεία του.
Μία πρώτη μυθολογική απάντηση στο ερώτημα των Χριστουγέννων δίνεται από την αίρεση, τη στοχαστική και ανέρειστη –ανεμπειρική δηλαδή- θεολόγηση. Ο δοκητισμός, η φοβερότερη αίρεση όλων των αιώνων, δέχθηκε κατά φαντασίαν νάρκωση του Θεού Λόγου (δοκείν-φαίνεσθαι). Φαινομενική, δηλαδή, παρουσία του Θεού στην ενδοκοσμική πραγματικότητα. Για ποιο λόγο θα μπορούσε να ερωτήσει κανείς. Οι Δοκήται ή Δοκηταί κάθε εποχής δεν μπορούν να ανεχθούν, στα όρια της λογικής τους, τη σάρκωση και τη γέννηση του Θεού ως ανθρώπου.
Μεταβαλλόμενοι σε αυτόκλητους υπερασπιστές του κύρους του Θεού, ντρέπονται να δεχθούν κάτι που ο ίδιος ο Θεός επέλεξε για τη σωτηρία μας. Το δρόμο της μητρότητας. Να γεννηθεί δηλαδή από μια Μάνα, έστω και αν αυτή δεν είναι άλλη από το καθαρότερο πλάσμα όλης της ανθρώπινης ιστορίας, την Παναγία Παρθένο. Όλοι αυτοί μπορούν να καταταχθούν στους «υπεράγαν» Ορθοδόξους (κατά τον άγ. Γρηγόριο το Θεολόγο). Γιατί ο Δοκητισμός οδήγησε στο Μονοφυσιτισμό, στην άρνηση της ανθρωπότητας του Χριστού. Είναι οι συντηρητικοί, οι τυποκράτες, οι ευσκανδάλιστοι. Γι' αυτούς όλους είναι σκάνδαλο η αλήθεια, η πραγματικότητα, η ιστορικότητα. Ενώ άλλοι απορρτίπτουν τη θεότητα του Χριστού, αυτοί αρνούνται την ανθρωπότητά του. Και όμως, η Ορθοδοξία ως Χριστιανισμός στην αυθεντικότητά του, είναι η «ιστορικότερη θρησκεία», κατά τον αείμνηστο π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ. Ζει στην πραγματικότητα των ενεργειών του Θεού για τη σωτηρία μας και τις δέχεται με το ρεαλισμό της Θεοτόκου: «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» (Λουκ. 1,38)! «Και ο Πιλάτος στο Σύμβολο» λέγει μια ωραία σερβική παροιμία. Διότι ο Πιλάτος, ο πιο άβουλος αξιωματούχος της ιστορίας, ως υπαρκτό ιστορικό πρόσωπο, βεβαιώνει την ιστορικότητα του Ευαγγελίου. Εις πείσμα όμως των Δοκητών ο Θεός-Λόγος «σαρξ εγένετο -δηλαδή άνθρωπος- και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού (το άκτιστο φως της θεότητάς Του)» (Ιωάνν. 1, 14). Διότι «εν αυτώ κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς» (Κολ. 2,9), είναι δηλαδή τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος.
Η σάρκωση και γέννηση του Θεανθρώπου είναι σκάνδαλο για την ανθρώπινη σοφία, που αυτοκαταργούμενη και αυτοαναιρούμενη σπεύδει να χαραχτηρίσει «μωρία» το μυστήριο του Χριστού, που κορυφώνεται στον σταυρικό του θάνατο (Α' Κορ. 1,23). Είναι δυνατόν ο Θεός να φθάσει σε τέτοιο όριο κενώσεως, ώστε να πεθάνει πάνω στο σταυρό ως Θεάνθρωπος; Αυτό είναι το σκάνδαλο για τους σοφούς του κόσμου. Γι' αυτούς οι «θεοί» του κόσμου τούτου συνήθως θυσιάζουν τους ανθρώπους γι' αυτούς, δεν θυσιάζονται αυτοί για τους ανθρώπους.
Πώς θα δεχθούν το μυστήριο της Θείας Ανιδιοτέλειας; «Ούτως ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν (θυσίασε) ... ίνα σωθή ο κόσμος δι' αυτού» (Ιωανν. 3, 16. 17). Στα όρια της «λογικής» ή «φυσικής» θεολογήσεως χάνεται τελικά το θείο στοιχείο στο πρόσωπο του Χριστού και μένει το ανθρώπινο, παρανοημένο και αυτό και παρερμηνευόμενο. Διότι δεν υπάρχει ιστορικά άνθρωπος-Χριστός, αλλά Θεάνθρωπος. Η ένωση Θεού και ανθρώπου στο πρόσωπο Θεού-Λόγου είναι «ασύγχητη» μεν, αλλά και «αδιαίρετη». Οι «λογικές» ερμηνείες του Προσώπου του Χριστού αποδεικνύονται παράλογες, διότι αδυνατούν να συλλάβουν με τη λογική το «υπέρλογο».
Η νομική-δικανική συνείδηση ζει και αυτή στο Χριστό το σκάνδαλό της. Αναζητεί σκοπιμότητα κοινωνική στη Σάρκωση και καταλήγει και αυτή στο μύθο, όταν δεν αυτοπαραδίδεται στον Θείο Λόγο. Οι Φράγκοι κατασκεύασαν, μέσω του διακεκριμένου σχολαστικού τους Ανσέλμου (11ος αι.), το μύθο της «ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης». Ο Θεός-Λόγος σαρκούται, διά να σταυρωθεί-θυσιασθεί και δώσει έτσι ικανοποίηση στην προσβλή που προξένησε στο Θεό η ανθρώπινη αμαρτία! Τα κρατούντα τότε στη φραγκική φεουδαρχική κοινωνία προβάλλονται (μυθολογικά) στο Θεό, που παίρνει τη θέση στη φραγκογερμανική φαντασία ενός υπεραυτοκράτορα. Ας φωνάζει ο Ιωάννης: «ούτως ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν...» (3,16), ή ο Παύλος: «συνίστησι δε την εαυτού αγάπην προς ημάς ο Θεός, ότι έτι αμαρτωλών όντων ημών, Χριστός υπέρ ημών απέθανεν» (Ρωμ. 5,8). Όχι! «Για να πάρει εκδίκηση» και «ζητώντας ικανοποίηση» θα μάθει να φωνάζει ο δυτικός (ή δυτικοποιημένος) άνθρωπος.
Έτσι πλάσθηκε ένας «Χριστιανισμός» άλλου είδους, που δεν διαφέρει από μυθοπλασία, αφού προβάλλει στο Θεό τη φαντασία και τις προλήψεις μας. Η εκλογίκευση και η εκνομίκευση του μυστηρίου του Θεανθρώπου είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος του Χριστιανισμού στην ιστορία.
Η θρησκευτική (τυπολατρική) συνείδηση ζει το «σκάνδαλο» της ενανθρωπήσεως καταφεύγοντας στη θρησκειοποίηση της Πίστεως. Εξαντλεί το νόημα των Χριστουγέννων στις τελετές και χάνει τον αληθινό σκοπό τους, που είναι η «υιοθεσία» (θέωση). «Ίνα την υιοθεσίαν απολάβωμεν...» (Γαλ. 4,5). Είναι το σκάνδαλο του φαρισαϊσμού, έστω και αν λέγεται Χριστιανισμός.
Είναι όμως οι εχθροί του «παιδίου» που βιώνουν το σκάνδαλο της εξουσίας. Ο Ηρωδισμός! Οι κρατούντες ή μάλλον «δοκούντες άρχειν...» (νομίζοντες ότι κυβερνούν) (Μαρκ. 10,42), όπως ο Ηρώδης, βλέπουν στον νεογέννητο Χριστό κάποιον ανταγωνιστή και κίνδυνο των συμφερόντων τους. Γι' αυτό «ζητούσι την ψυχήν του παιδίου» (Ματθ. 2,20). Παρερμηνεύουν έτσι τον αληθινό χαραχτήρα της βασιλικής ιδιότητας του Χριστού, της οποίας «ουκ έσται τέλος». Ο Χριστός ως Βασιλεύς όλης της κτίσεως είναι ο μόνος αληθινός Κύριός της, ο δημιουργός και σωτήρας της και όχι ως οι Ηρώδες του κόσμου τούτου, που αδίστακτοι δολοφονούν, για να κρατήσουν την εξουσία τους.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (Ε.Π. 36,516) προσφέρει δυνατότητα ορθής προσεγγίσεως των Χριστουγέννων, δηλαδή αγιοπνευματικής: «Τοίνυν εορτάζομεν μη πανηγυρικώς, αλλά θεϊκώς. μη κοσμικώς, αλλά υπερκοσμίως . μη τα ημέτερα, αλλά τα του ημετέρου (=όχι δηλαδή τους εαυτούς μας, αλλά τον Χριστόν ας τιμάμε...). μάλλον δε τα του Δεσπότου. μη τα της ασθενείας, αλλά τα της ιατρείας. μη τα της πλάσεως, αλλά τα της αναπλάσεως.
 
Από το βιβλίο «Παρεμβάσεις Ιστορικές και Θεολογικές», έκδ. «Διήγηση», Αθήνα 1998.

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον – www.egolpion.com
 26 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2010 


Read more: http://www.egolpion.com/muthopoihsh_xristougennwn.el.aspx#ixzz2mQGOiOXY