Τετάρτη 26 Ιουνίου 2019

Η διαχρονικότητα τού δόγματος τής Κάθαρσης, τού Φωτισμού και τής Θέωσης στην Ορθόδοξη Εκκλησία Μια κυοφορούμενη αίρεση στην Ορθόδοξη Εκκλησία Του Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιεροθέου Πηγή: http://www.romfea.gr





    1. Οι δήθεν δύο τύποι εκκλησιολογίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία

    2. Συνοπτική αντίκρουση

    3. Ευρύτερες αναλύσεις

        Α. Οι προϋποθέσεις του ορθοδόξως θεολογείν

        Β. Πρέπει κανείς προηγουμένως να σχολάση για να γνωρίση τον Θεό. «Δει γαρ τω όντι σχολάσαι και γνώναι Θεόν»

        Γ. Η εμπειρία της δόξης του Θεού και η διατύπωσή της

        Δ. Η νηπτική-ησυχαστική παράδοση και οι άγιοι Πατέρες

        Ε. Η νηπτική-ησυχαστική παράδοση και οι άγιοι Πατέρες

        ΣΤ. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης προσδιορίζοντας την αρετή, παρουσιάζει ως τύπο τελείου ανθρώπου τον Προφήτη Μωϋσή

        Ζ. Η νηπτική-ησυχαστική παράδοση και οι Οικουμενικές Σύνοδοι

        Η. Η παράδοση της Φιλοκαλίας

        Θ. Η νηπτική θεολογία, τα Μυστήρια και η λατρεία της Εκκλησίας

    4. Η ερμηνεία του π. Ιωάννου Ρωμανίδη

    5. Συμπέρασμα



Η λέξη αίρεση προέρχεται από το ρήμα αιρέομαι-ούμαι και δηλώνει την επιλογή και προτίμηση μιας επί μέρους πλευράς μιας διδασκαλίας που απολυτοποιείται σε βάρος της καθολικότητος, της όλης αληθείας.

Από πλευράς Ορθοδοξίας αίρεση είναι η απόκλιση από την καθιερωμένη διδασκαλία της Εκκλησίας, όπως διατυπώθηκε από τους Αποστόλους, τους Πατέρας της Εκκλησίας, κυρίως στις Τοπικές και τις Οικουμενικές Συνόδους. Για παράδειγμα, η διδασκαλία για την ένωση των δύο φύσεων στον Χριστό διατυπώθηκε στην Δ’ Οικουμενική Σύνοδο, σύμφωνα με την οποία η θεία και η ανθρώπινη φύση ενώθηκαν «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως» στην υπόσταση του Λόγου.

Όταν κάποιος υπερτονίζη την θεία φύση σε βάρος της ανθρωπίνης φύσεως, περιπίπτει στην αίρεση του μονοφυσιτισμού. Όταν κάποιος άλλος υπερτονίζη την ανθρωπίνη φύση σε βάρος της θείας φύσεως και κυρίως σε βάρος της ενότητος των δύο φύσεων, τότε περιπίπτει στην αίρεση του νεστοριανισμού.

Το προηγούμενο δείχνει ότι πρέπει να αποδεχόμαστε τα δόγματα της Εκκλησίας τα οποία διατυπώθηκαν στην Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση, δηλαδή στα κείμενα των Προφητών, των Αποστόλων και των Πατέρων, οι τελευταίοι δε τα διετύπωσαν στις Τοπικές και Οικουμενικές Συνόδους, γιατί διαφορετικά, αλλοιώνεται η αποκεκαλυμμένη αλήθεια της πίστεως, και κυρίως αυτή η αλλοίωση γίνεται με στοχασμούς και ευσεβείς σκέψεις πάνω σε δογματικές αλήθειες της Εκκλησίας.



1. Οι δήθεν δύο τύποι εκκλησιολογίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία

Τον τελευταίο καιρό υφέρπει και κυοφορείται μια αιρετική διδασκαλία που υπονομεύει όλο το οικοδόμημα της ορθοδόξου διδασκαλίας. Δεν θα έδινα ιδιαίτερο ενδιαφέρον και προσοχή, αν δεν έβλεπα ότι αυτή η κακοδοξία διαδίδεται σαν λύμη, την οποία συναντώ σε βιβλία και κείμενα, θεολόγων και φιλοσοφούντων, σε άρθρα, σε προφορικές ομιλίες που ακούγονται από ραδιοφωνικούς σταθμούς.

Δεν κτυπιέται ευθέως η δογματική διδασκαλία της Αγίας Γραφής, των Οικουμενικών Συνόδων, αλλά κυρίως προσβάλλονται ύπουλα οι προϋποθέσεις της ορθοδόξου θεολογίας.

Γράφεται και λέγεται ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας από τον 3ο αιώνα και μετά αλλοίωσαν την αρχέγονη εκκλησιαστική παράδοση.

Η αρχαία Εκκλησία, όπως υποστηρίζεται, ζούσε το μυστήριο της Εκκλησίας στην θεία Ευχαριστία, η οποία θεία Ευχαριστία «αποτελεί εικόνα και προληπτική φανέρωση της εσχατολογικής Βασιλείας του Θεού», οπότε η θεία Ευχαριστία εξομοιώνει, κατά το δυνατόν, τις ιστορικές κατά τόπους χριστιανικές κοινότητες ως «αυθεντική έκφραση της εσχατολογικής δόξας της βασιλείας του Θεού».

Οι απόψεις μπορούν να φαίνονται ως ευλογοφανείς, ουσιαστικά όμως δημιουργούν πρόβλημα, όταν δεν ερμηνεύωνται ορθόδοξα τα περί της θείας Ευχαριστίας ως φανερώσεως της Βασιλείας του Θεού, και τα περί της μεθέξεως της εσχατολογικής δόξας της Βασιλείας.

Λέγεται αυτό, γιατί όσοι χρησιμοποιούν τέτοιες εκφράσεις συνήθως αγνοούν ή περιφρονούν την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας, ιδιαιτέρως του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, για το ότι η Βασιλεία του Θεού είναι η φανέρωση του Θεού ως Φωτός, όπως έγινε στο όρος της Μεταμορφώσεως.

Διαφορά Ορθοδόξων και αιρετικών με Ιατρικούς όρους Και γιατί είναι ανόητη η συμπροσευχή μαζί τους π. Ιωάννη Ρωμανίδη




Πηγή: "Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη" Τόμος Β΄.  Τού σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου.

Τα προηγούμενα δείχνουν ότι, όπως υπάρχει διαφορά μεταξύ αλήθειας και αιρέσεως, έτσι υπάρχει διαφορά μεταξύ Ορθοδόξων και αιρετικών. Όπως τα δόγματα διατυπώνονται από συγκεκριμένους ανθρώπους, τους θεουμένους, έτσι και οι αιρέσεις διατυπώνονται από φιλοσοφούντες θεολόγους.
Οι Ορθόδοξοι Πατέρες γνωρίζουν την ορολογία περί Θεού, αλλά γνωρίζουν και την μέθοδο να φθάσουν στην προσωπική γνώση του Θεού.
«Ο θεούμενος γνωρίζει πώς χρησιμοποιεί την ορολογία περί Θεού και δεν επιτρέπει στον εαυτό του ούτε στους κατηχουμένους ούτε στα πνευματικά του τέκνα να πέσουν σε σφάλμα, να νομίζουν δηλαδή ότι είναι δυνατόν να συλλάβουν τον Θεό δια της λογικής».
Η διαφορά μεταξύ Ορθοδόξων και αιρετικών πρέπει να εντοπισθεί με όρους ιατρικούς. Οι Ορθόδοξοι Πατέρες είναι πραγματικοί επιστήμονες ιατροί, ενώ οι αιρετικοί, που χρησιμοποιούν άλλη μέθοδο (στοχασμό), είναι κομπογιαννίτες (ψεύτικοι ιατροί).
«Στον Μεσαίωνα ήταν πάρα πολύ γνωστό στους κυβερνώντες ποια είναι η διαφορά μεταξύ Ορθοδοξίας και αιρέσεως. Ποια είναι η διαφορά; Η διαφορά είναι απλουστάτη· ότι στην αίρεση δεν υπάρχει θεραπεία του νου του ανθρώπου. Στην Ορθοδοξία, όμως, θεραπεύεται ο νους του ανθρώπου. Στην Ορθοδοξία υπάρχει θεραπεία της ανθρώπινης προσωπικότητος και απόδειξη είναι οι Άγιοι.
Οι αιρετικοί ήταν κάτι αντίστοιχο με τους κομπογιαννίτες και υπέσχοντο κάποια ζωή μετά θάνατον. Σε αυτήν όμως εδώ την ζωή δεν έδιναν θεραπεία στους πιστούς τους ούτε προσέφεραν τίποτε παραπάνω από μία επί πλέον δεισιδαιμονία. Οι αιρέσεις ήταν και είναι θρησκείες μετά τον θάνατο. Αιρετικός ήταν εκείνος του οποίου τα δόγματα δεν ήταν Ορθόδοξα· έτσι δεν του επέτρεπαν να φθάσει στην κάθαρση και τον φωτισμό. Η Ορθοδοξία όμως προσφέρει αυτήν την θεραπεία και οδηγεί τον άνθρωπο στην κάθαρση και στον φωτισμό».
«Τι ήταν η διαφορά μεταξύ των αιρετικών και τών Ορθοδόξων; Οι μεν είχαν θεραπεία της νοεράς ενέργειας, κάθαρση, φωτισμό και θέωση, και οι άλλοι δεν είχαν. Αυτή ήταν η διαφορά μεταξύ τους. Στην αίρεση δεν υπάρχει σωστή θεραπεία».
«Εάν αποκτήσουμε τα πατερικά ερμηνευτικά κλειδιά, από αυτής της απόψεως είναι διαπιστευτό το Ορθόδοξο από το αιρετικό και το βασικό κριτήριο είναι η επιτυχία. Η επιτυχία της πίστεως ήταν η θεραπεία του ανθρώπου. Δηλαδή η Ορθόδοξη παράδοση είχε μια πραγματική θεραπεία, η απόδειξη αυτής ήταν η ίδια η κατάσταση του φωτισμού, ή οποία κατάσταση του φωτισμού δεν υπήρχε στους αιρετικούς. Αυτό ήταν το πρόβλημα. Το κριτήριο ήταν εκεί που οι μεν ήσαν αθεράπευτοι και οι άλλοι εθεραπεύοντο. Οπότε, όπως σήμερα θα κάναμε την διάκριση μεταξύ κομπογιαννιτών και πραγματικών γιατρών, και με τα κριτήρια αυτά της καθάρσεως, του φωτισμού και της Θεώσεως, που δεν υπήρχαν στους αιρετικούς, με αυτά τα κριτήρια το Κράτος απεφάσιζε ότι οι αιρετικοί είναι κομπογιαννίτες». 
«Οι περισσότεροι αιρετικοί, εάν εξετάσετε τους βίους των αιρετικών, θα δείτε ότι οι αιρετικοί συνήθως ήταν καλοί άνθρωποι. Εάν δεν ήσαν καλοί άνθρωποι, δεν θα είχαν οπαδούς. Και δεν θα ήσαν, (πώς λέγονται αυτοί που πλανούν τους άλλους δηλαδή), δεν θα ήσαν λαοπλάνοι, διότι ο λαοπλάνος, συνήθως, είναι εκείνος ο οποίος μιλάει ωραία, πείθει εξασκώντας πίεση, λέει ωραία πράγματα, ασχολείται με τις ωραιολογίες και ο κόσμος δέχεται τις αιρέσεις τους, διότι είναι καμουφλαρισμένες οι αιρέσεις τους, συνήθως, μέσα σε ωραία λόγια. Διότι άμα λέγει κανείς κακά πράγματα, πώς θα μαζέψει οπαδούς δηλαδή; Θα μαζέψει οπαδούς, επειδή λέει ωραία πράγματα. Δεν είναι έτσι; Έχει μια ωραιοφάνεια, έχει μια αληθοφάνεια, όπως ο κομπογιαννίτης, δηλαδή».
Οι αιρετικοί, που έχουν καταδικασθεί ή έχουν οι ίδιοι απομακρυνθεί από την Εκκλησία, δεν ανήκουν στο Σώμα της Εκκλησίας. Αυτός είναι ο λόγος γιατί δεν συμπροσεύχονται οι Ορθόδοξοι με τους ετεροδόξους-αιρετικούς.
Τα μέλη της Εκκλησίας συναθροίζονται για να προσευχηθούν ως μέλη αυτής. Η Εκκλησία προσεύχεται συγκεκριμένα για κάθε περίπτωση, ήτοι προσεύχεται συλλογικά για τους καθαιρομένους να καθαρθούν και να οδηγηθούν στην θέωση, και για τους Θεουμένους να οδηγούνται από δόξης εις δόξα.
Έτσι, η Εκκλησία προσεύχεται και για τους αιρετικούς να επιστρέψουν στην Ορθόδοξη πίστη. Στην θεία Λειτουργία του Μ. Βασιλείου υπάρχει η προσευχή: «τους πεπλανημένους επανάγαγε και σύναψον τη αγία σου Καθολική και Αποστολική Εκκλησία».
«Εάν έχουμε έναν Πνευματικό Πατέρα, ο οποίος είναι στην κατάσταση της φωτίσεως και έχει την νοερά προσευχή, μπορούμε να καθόμαστε και να προσευχόμαστε για την φώτισή του; Αυτό απαγορεύεται, είναι βλακεία δηλαδή. Γι' αυτό λέει ότι πρέπει να προσευχόμαστε ανάλογα με την κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο καθένας. Αυτό σημαίνει ότι κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας υπάρχουν τρόποι να ξέρουμε ακριβώς πού βρίσκεται ο καθένας και ανάλογα να προσευχόμαστε.
Όταν έχει κανείς αυτά υπ’ όψη, τότε βλέπει τι βλακεία κάνουν οι σημερινοί Ορθόδοξοι και συμπροσεύχονται με τους ετεροδόξους, όχι επειδή είναι κακοί άνθρωποι οι ετερόδοξοι, όχι, δεν είναι κακοί άνθρωποι· χίλιες φορές να προσευχόμαστε για τους ετεροδόξους, αυτό ναι. Προσευχόμαστε για τους ετεροδόξους· αυτό μας επιβάλλεται. Αλλά να συμπροσευχόμαστε μαζί τους, τι νόημα έχει αυτό το πράγμα;
Εφ' όσον δεν μπορούμε να συμπροσευχηθούμε, εάν είμαστε στην κατάσταση του φωτισμού, δεν συμπροσευχόμαστε με τους κατηχουμένους ακόμα, δεν συμπροσευχόμαστε με τους αφορισμένους, με αυτούς που είναι στην τάξη των μετανοούντων δεν συμπροσευχόμαστε. Προσευχόμαστε για τους αιρετικούς, αλλά δεν συμπροσευχόμαστε».
Αυτό συμβαίνει γιατί η Εκκλησία πάντοτε προσεύχεται στην λατρεία και στα Μυστήρια ως Σώμα.

Η σταθερότητα τών Χριστιανικών δογμάτων και η αστάθεια τών αιρετικών διδασκαλιών Αγίου Ειρηναίου τής Λυών (2ος - αρχές 3ου αιώνος).

Κατά Αιρέσεων Βιβλίο 3ο: Κεφ. 24.


Πηγή: "Έλεγχος και Ανατροπή τής Ψευδωνύμου Γνώσεως", βιβλίο 3ο, κεφάλαιο 24, σε μετάφραση αρχιμ. Ειρηναίου Χατζηεφραιμίδη δ. Θ. Θεσσαλονίκη 1991.

1. Ξεσκεπάσαμε, λοιπόν, όλους όσοι παρουσιάζουν ανόσιες απόψεις για τον Δημιουργό και Πλάστη μας, που έκανε αυτόν τον κόσμο και υπεράνω του οποίου δεν υπάρχει άλλος Θεός. Με αυτά τα επιχειρήματα ανατρέψαμε όσους διδάσκουν εσφαλμένα για την υπόσταση του Κυρίου μας και την οικονομία του χάριν του ανθρώπου.
 
Το κήρυγμα της Εκκλησίας από παντού ομολογείται και εξ ίσου παραμένει σταθερό.
Έχει τη μαρτυρία των Προφητών και των Αποστόλων και όλων των μαθητών, όπως αναφέραμε, δηλαδή, στην αρχή, στο μέσον και στο τέλος και σε όλη την οικονομία του Θεού και στο βέβαιο έργο της σωτηρίας του ανθρώπου, η οποία βρίσκεται στην πίστη μας.
Αυτήν την πίστη, που δέχθηκε η Εκκλησία, τη φυλάγουμε- αυτήν που πάντα μένει νέα από το Πνεύμα το Άγιο, ως μία εξαίρετη παρακαταθήκη μέσα σε καλό σκεύος, αλλά και διατηρεί καινούργιο το σκεύος, στο οποίο βρίσκεται.
Αυτό το δώρο εμπιστεύθηκε ο Θεός στην Εκκλησία, όπως έδωσε την πνοή της ζωής στο πλάσμα του, ώστε όλα τα μέλη της που θα το λάβουν, να ζήσουν. Και με αυτό έχει ορισθεί στην Εκκλησία η κοινωνία του Χριστού, δηλαδή, το Πνεύμα το Άγιο, ο αρραβών της αφθαρσίας, η στερέωση της πίστεως μας και η κλίμακα που ανεβαίνουμε στον Θεό. Διότι λέγει ότι: «Εν τη Εκκλησία έθετο ο Θεός Αποστόλους, προφήτας, διδασκάλους» (Α' Κορ. 12: 28) και όλη την άλλη ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, στο οποίο δεν συμμετέχουν όλοι όσοι δεν συναθροίζονται στην Εκκλησία. Αυτοί στερούνται της ζωής με τις αιρετικές απόψεις και τα κακά έργα τους.
Όπου είναι η Εκκλησία, εκεί και το Πνεύμα του Θεού και όπου είναι το Πνεύμα του Θεού, εκεί και η Εκκλησία και όλη η χάρις. Το δε Πνεύμα είναι η αλήθεια. Γι' αυτόν το λόγο όσοι δεν παίρνουν το Άγιο πνεύμα, ούτε ανατρέφονται στη ζωή από τους μαστούς της μητέρας, ούτε απολαμβάνουν την πλουσιωτάτη πηγή που προέρχεται από το σώμα του Χριστού. Αλλά σκάβουν για τον εαυτό τους «λάκκους συντετριμμένους» (Ιερεμίας 2: 13) από γήινα ορύγματα και από τη λάσπη πίνουν νερό που προκαλεί την αηδία. Αποφεύγουν την πίστη της Εκκλησίας, για να μη ελεγχθούν, και απορρίπτουν το Πνεύμα, για να μη διδαχθούν.
2. Είναι αποξενωμένοι από την αλήθεια και, όπως τους αξίζει, κυλιούνται μέσα σε κάθε πλάνη που τους σαλεύει, διότι πρεσβεύουν διαφορετικά κατά καιρούς για τα ίδια πράγματα και δεν έχουν ποτέ σταθερή γνώμη.
Μάλλον θέλουν να είναι σοφισταί λόγων, παρά μαθηταί της αληθείας. Δεν θεμελιώθηκαν επάνω στη μοναδική πέτρα, αλλά επάνω στην άμμο που έχει μέσα πολλές πέτρες. Γι' αυτό και επινοούν πολλούς θεούς και δικαιολογούνται ότι πάντοτε ερευνούν, όμως, ποτέ δεν μπορούν να βρουν την αλήθεια, διότι είναι τυφλωμένοι.
Ασφαλώς βλασφημούν τον Δημιουργό, δηλαδή, τον αληθινό Θεό, ο οποίος και μας παρέχει τη δυνατότητα να βρίσκουμε την αλήθεια, διότι νομίζουν ότι βρήκαν άλλον θεό, ανώτερο από τον αληθινό Θεό ή άλλο Πλήρωμα ή άλλη οικονομία. Γι' αυτόν το λόγο και το φως, που είναι από τον Θεό, δεν τους φωτίζει. Διότι δεν τίμησαν, αλλά περιφρόνησαν τον Θεό, θεωρώντας τον «Υστερήματος καρπόν», διότι για την αγάπη του και το άπειρο έλεος του ήλθε να τον γνωρίσουν οι άνθρωποι.
(Τον γνωρίζουν, όμως, όχι κατά το μέγεθος και την ουσία του, διότι κανείς δεν την εξέτασε, ούτε την ψηλάφησε, αλλά τόσο μόνο, ώστε να μάθουμε ότι αυτός που τους έκανε και τους έπλασε και τους έδωσε την πνοή της ζωής και με την κτίση μας τρέφει, στερεώνοντάς μας με τον Λόγο του και συναρμόζοντας όλα με τη Σοφία του, αυτός είναι ο μόνος αληθινός Θεός).
Ενώ αυτός που τον φαντάσθηκαν επάνω από τον Θεό, δεν υπάρχει. Έτσι νομίζουν πως βρήκαν τον μεγάλο θεό, τον οποίο κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει, διότι δεν έρχεται σε επικοινωνία με το ανθρώπινο γένος, ούτε κυβερνά τα γήινα. Δηλαδή, βρήκαν τον θεό του Επικούρου, ο οποίος ούτε για τον εαυτό του ούτε για τους άλλους κάνει τίποτε και επομένως δεν προνοεί για τίποτε.

"Εάν εμείς ή άγγελος από τον ουρανό κηρύττει σε σας ένα άλλο ευαγγέλιο, παρά εκείνο που σας κηρύξαμε, ας είναι ανάθεμα. Όπως είχαμε πει πρωτύτερα, λέω και τώρα ξανά: Αν κάποιος κηρύττει σε σας ένα άλλο ευαγγέλιο, παρά εκείνο που παραλάβατε, ας είναι ανάθεμα".
(Απόστολος Παύλος. Γαλάτας 1: 8,9).

Πέμπτη 18 Απριλίου 2019

Καταφατική» καί «ἀποφατική» θεολογία (Μητροπολίτου Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμία)


Αποτέλεσμα εικόνας για Γόρτυνος Ἰερεμίας ΑΚΤΙΝΕΣ
ΣΥΝΤΟΜΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ
1. Σύμφωνα μέ ὅσα εἴπαμε στά προηγούμενα κηρύγματά μας, ἀδελφοί χριστιανοί, ὁ Θεός εἶναι καί ἄγνωστος καί γνωστός καί κρυμμένος καί ἀποκαλυμμένος καί ἀνώνυμος καί πολυώνυμος καί φῶς καί γνόφος καί ὁ ὤν καί ὁ μή ὤν. Ὄταν λέμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὁ «μή ὤν» νοοῦμε, ὅτι δέν εἶναι ἕνα ἀπό τά ὑπάρχοντα κτιστά ὄντα, ὅπως πίστευαν οἱ εἰδωλολάτρες γιά τούς θεούς τους, ἀλλά εἶναι «πάσης οὐσίας ἐπέκεινα» (Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης). Εἶναι ὅμως ὁ Θεός μας καί ὁ πραγματικά «Ὤν», γιατί εἶναι ἡ αἰτία ὅλων τῶν κτιστῶν ὄντων.

Φαίνεται, λοιπόν, ὅτι ἔχουμε μιά ἀντιφατική ὁδό στήν θεογνωσία, στήν προσπάθειά μας, δηλαδή, νά γνωρίσουμε τόν Θεό· γιατί ὁ Θεός παρουσιάζεται καί ὡς ἀκατάληπτος καί χωρίς ὄνομα ἀπό τήν μιά μεριά καί ὡς φανερούμενος στούς ἀνθρώπους καί πολυώνυμος ἀπό τήν ἄλλη. Καί ὅμως: «Ὄχι μόνον δέν γίνεται ἀπολύτως καμμιά προσ­πάθεια γιά νά διευθετηθεί ἡ ἀντίφαση, ἀλλά καί ἐπισημαίνεται ἡ ἀναγκαιότητα μιᾶς τέτοιας ἀντίφασης. Ἡ θεολογία κινδυνεύει νά προδώσει τό περιεχόμενό της, ἄν τυχόν θελήσει νά παραμερίσει αὐτή τήν ἀντιφατική ὁδό τῆς θεογνωσίας» (Ματσούκας).1
Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία μας δίνει πολλά ὀνόματα, ἄφθονα ὀνόματα, καί θετικά καί ἀρνητικά, γιά νά ἐκφράσει τόν Θεό (αὐτό τό λέμε «καταφατική» θεολογία), ἀλλά τελικά διά μιᾶς ἀφαιρεῖ ὅλες τίς ὀνομασίες (αὐτό λέγεται «ἀποφατική» θεολογία), γιατί ὁ Θεός δέν ἔχει ὄνομα· παραμένει «ἄλεκτος καί ἀνονόμαστος».2
2. Ἀπό τήν μιά μεριά ὁ Θεός εἶναι ἀπόλυτα ὑπερβατικός καί ἄρα ἀνέκφραστος. Εἶναι Μυστήριο. Ἀπό τήν ἄλλη ὅμως μεριά ὁ Θεός δέν ἀποκόπτεται ἀπό τήν δημιουργία Του. Εἶναι πάνω καί ἔξω ἀπό τήν δημιουργία Του, ὡς ὑπερβατικός Θεός, ἀλλά ἐπίσης εἶναι παρών σ΄ αὐτήν. Αὐτός κατευθύνει τήν ἱστορία τῶν ἀνθρώπων. Γνωρίζει ὅλα τά πράγματα, ὄντας παντοῦ γύρω μας καί μέσα μας. Εἶναι, ὅπως λέμε στήν πολύ γνωστή προσευχή μας «Βασιλεῦ οὐράνιε», ὁ «πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν».
Γιά νά μιλήσουμε περί τοῦ Θεοῦ πρέπει πρῶτα νά δηλώσουμε τήν ἄγνοιά μας καί τήν ἀδυναμία μας νά μιλήσουμε περί Αὐτοῦ. Ὁ Μωυσῆς μίλησε μέ τόν Θεό στό ὄρος Σινᾶ, άφοῦ μπῆκε μέσα σέ «γνόφο» (Ἐξ. 20,21). Καί ὁ Θεός πάλι ἀποκαλύφθηκε στόν Μωυσῆ μέσα σέ ἕνα φῶς ἀνακατεμένο μέ σκοτάδι, στήν «στήλη νέφους καί πυρός», πού συνόδευε τούς Ἰσραηλίτες μέσα στήν ἔρημο (Ἐξ. 13,21). Αὐτό εἶναι ἡ ἀποφατική θεολογία: Ὁ «γνόφος» καί τό «σκότος», ἡ δήλωση τῆς ἀγνοίας μας νά μιλήσουμε γιά τόν Θεό. Ἡ δήλωσή μας ὅμως αὐτή, αὐτός ὁ ἀποφατικός τρόπος ἔκφρασης περί τοῦ Θεοῦ, δηλώνει τήν γνώση μας ὅτι ὁ Θεός δέν ἐκφράζεται, γιατί εἶναι ὑπερβατικός.
3. Ἐπιθυμώντας νά ἐκφράσουμε τόν Θεό, ἀφοῦ Αὐτός δέν ἐκφράζεται, γιατί εἶναι Μυστήριο, μεταχειριζόμαστε εἰκόνες καί σύμβολα, γιά νά δώσουμε κάποια ἔννοια περί Αὐτοῦ. Ἡ θεολογία μας κατά ἕνα μεγάλο μέρος εἶναι συμβολική.
Ὁ Θεός, εἴπαμε, εἶναι ἀνέκφραστος, γιατί εἶναι ὑπερβατικός. Ἀλλά, καί ὅταν ὁ Θεός ἀποκαλύπτεται σέ μᾶς, δέν μποροῦμε πάλι νά Τόν ἐκφράσουμε ἀπόλυτα, ὅσες θετικές καί ἀρνητικές ὀνομασίες, κι ἄν Τοῦ δώσουμε, μέ τήν «καταφατική» θεολογία. Ἔτσι, δηλώνοντας τήν ἀδυναμία μας, καταφεύγουμε στήν «ἀποφατική» θεολογία, γιά νά ἐκφράσουμε ἀπ’ αὐτή τήν ὁδό, τήν ἀπόλυτη τελειότητα τοῦ Θεοῦ με τήν «ἀνωνυμία» Του· γιατί δέν μπορέσαμε (μέ τήν καταφατική θεολογία) νά Τοῦ προσδώσουμε ὀνομασίες, ἰδιώματα πού τοῦ ταιριάζουν ἀπόλυτα.
Νά, πιό ἀπλά, ποιός εἶναι ὁ «καταφατικός» καί «ἀποφατικός» τρόπος ὁμιλίας μας περί τοῦ Θεοῦ: Ὅταν προσευχόμενοι στόν Θεό, θέλοντας νά ὑμνήσουμε τήν δόξα Του, Τόν προσφωνοῦμε μέ θετικές καί ἀρνητικές ἐκφράσεις, τότε χρησιμοποιοῦμε τόν «καταφατικό» τρόπο. Ὅταν, γιά παράδειγμα, λέμε: Ὦ Θεέ μου, Ἐσύ εἶσαι πολυεύσπλαγχνος καί δέν εἶσαι σάν κι ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους πού εἴμαστε κακοί· εἶσαι ἅγιος, πάνσοφος, παντοδύναμος, δέν εἶσαι ἄδικος, ἀλλά δίκαιος καί εὐθύς σέ ὅλα τά ἔργα Σου. Εἶσαι ὁ πανταχοῦ παρών, ὁ μόνος μακάριος κ.λπ.
Λέγοντας ὅμως ὅλα αὐτά καί ἀκόμη περισσότερα περί Θεοῦ κάπου σταματᾶμε, σιωπᾶμε, πέφτουμε σ᾽ ἕνα γλυκό βύθισμα, νοιώθοντας τήν ἀδυναμία μας ὅτι δέν μποροῦμε νά ἐκφράσουμε τόν Θεό. Αὐτή ἡ σιωπή μας εἶναι ὁ «ἀποφατικός» τρόπος ὁμιλίας περί τοῦ Θεοῦ. Καί λύνοντας τήν σιωπή μας ἐξακολουθοῦμε νά μιλᾶμε στόν Θεό λέγοντας: «Θεέ μου εἶσαι τό πᾶν! Εἶσαι, δέν μπορῶ νά πῶ πόσο μεγάλος εἶσαι..!». Συνεχίζουμε καί μέ τίς ἐκφράσεις αὐτές τόν «ἀποφατικό» τρόπο ὁμιλίας μας γιά τόν Θεό.
1.      ΝΙΚΟΥ ΜΑΤΣΟΥΚΑ, ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ Β΄ σ. 120.

2.      Εὐσεβίου, Εἰς Κωνσταντῖνον βασιλέα τριακονταετηρικός 12 (MPG 20,1385B).

Η μυστική θεολογία Αθανασίου Ι. Δεληκωστόπουλου


Ἑλληνικός στοχασμός καί χριστιανική συνείδηση,
Εκδόσεις Αποστολική Διακονία, 1993, σελ. 271-281.
Έχοντας διερευνήσει τη σχέση της πλατωνικής φιλοσοφίας με τα συγγράμματα του Διονυσίου Αρεοπαγίτου και τη διασύνδεσή τους με το Μάξιμο τον Ομολογητή, θεωρούμε σκόπιμη και αναγκαία μια πληρέστερη αλλά σύντομη αναφορά στη «μυστική θεολογία» και το ρόλο που αυτή διεδραμάτισε ιδία κατά τις «ησυχαστικές έριδες» του ΙΔ΄ αιώνος δια του Γρηγορίου Παλαμά, ανακαινιστού της χριστιανικής μυστικής θεωρίας. Τότε δι' αυτής ετέθη το θεολογικό πρόβλημα περί της ουσίας των ενεργειών του Θεού και έλαβε χώρα σύγκρουση μεταξύ της μυστικής θεολογίας και της θρησκευτικής φιλοσοφίας, όταν ο Θεός της Αποκαλύψεως και της θρησκευτικής εμπειρίας ευρέθη αντιμέτωπος προς το θεό των φιλοσόφων και των σοφών επί του πεδίου του μυστικισμού.
Ο άνθρωπος είτε αισθάνεται το θείον ως κάτι το υψηλόν και μεγαλειώδες, το οποίο γεννά στην ψυχή του ιερό δέος, είτε βιώνει το θείον ως κάτι συγγενικό προς αυτόν, προς το οποίο τρέφει αισθήματα αγιότητος και ποθεί να ενωθεί (1) . Ο μυστικισμός είναι φαινόμενο που απορρέει από το δεύτερο, ως ανωτέρω, είδος του θρησκευτικού βιώματος. Αποτελεί μία από τις μορφές θρησκευτικότητος και συναντάται σε όλους τους λαούς, όλων των εποχών. Κατά την ουσιαστική έννοια του μυστικισμού πρόκειται περί άρσεως της διαιρέσεως μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου, μεταξύ ψυχής και Θεού, ανθρωπίνου Εγώ και θείου Συ, περί καθαρώς πνευματικών μέσων, ως είναι η ψυχική συγκέντρωση και περισυλλογή και η προσευχή. Με τον τρόπο αυτό λαμβάνει χώρα έκσταση, έξοδος της ψυχής από τον κόσμο των αισθήσεων και άνοδος, δηλ. συνάντηση της ψυχής με το Θεό. Με τον μυστικισμό αυτό συνδέεται και ορισμένη μορφή γνώσεως, η οποία εκπροσωπείται από τον Πλάτωνα και τον Αυγουστίνο, όπως θα δούμε πιο κάτω στο οικείο κεφάλαιο περί Αυγουστίνου. Είναι η άμεση, χωρίς τη μεσολάβηση της νοήσεως, γνώση, το απ' ευθείας βίωμα, η διαίσθηση, η ενόραση. Ο σκοπός του μυστικισμού είναι ο ίδιος με τον της θρησκείας. Ας σημειωθεί ότι ο μυστικισμός είναι η άμεση μετάθεση από την περιοχή του βεβήλου στο μακάριο κόσμο του αγίου ή του θείου, άμεση μετάσταση στους κόλπους του απέραντου, όπου ο άνθρωπος αισθάνεται και τον εαυτό του ως απόλυτο, απέραντο και ολοκληρωμένο. Η πραγματικότης του πόθου του για ένωση ή συγχώνευση με τη θεότητα, γεννά στη ψυχή μακαριότητα. Το βίωμα αυτό είναι άρρητο, ανέκφραστο, ανεκδιήγητο. Το εκφράζει μόνο το φαινόμενο της ιεράς σιγής. Κάτι τέτοιο είχε συμβεί με τους μαθητές που συνάντησαν τον Κύριο στο δρόμο προς Εμμαούς. Ο μυστικισμός αποτελεί τα βαθύτατα ψελλίσματα της μυχιαιτάτης ευσεβείας. Δι' αυτό ακριβώς είναι και πηγή μεγάλων δημιουργιών στην περιοχή της φιλοσοφίας, της θρησκείας και της τέχνης.

Ο Τριαδικός Θεός: Καταφατική και αποφατική ΘεολογίαΒασίλειος Γκρίλλας, Θεολόγος, ΜΑ Θεολογίας


Α) Στην πρώτη περίπτωση -της φυσικής αποκάλυψης- ο Θεός, γίνεται γνωστός μέσα από την ίδια την κτίση, φανερώνοντας την ζώσα παρουσία Του, μέσα από όλα τα ορατά και τα αόρατα κτίσματα, «διότι το γνωστόν του Θεού φανερόν εστιν εν αυτοίς· ο γαρ Θεός αυτοίς εφανέρωσε. τα γαρ αόρατα αυτού από κτίσεως κόσμου τοις ποιήμασι νοούμενα καθοράται, η τε αΐδιος αυτού δύναμις και θειότης, εις το είναι αυτούς αναπολογήτους» [10]. Επιπρόσθετα, το κάλος και το μέγεθος του κόσμου, καταδεικνύουν την θεία παρουσία στην όλη δημιουργία της κτιστής πραγματικότητας, ως στοιχείο υπεροχής της γενεσιουργού αυτών αιτίας, που δεν είναι άλλη παρά ο Θεός: «ο γαρ του κάλλους γενεσιάρχης έκτισεν αυτά…εκ γαρ μεγέθους καλλονής κτισμάτων αναλόγως ο γενεσιουργός αυτών θεωρείται» [11].
Με φυσικό τρόπο επίσης, ο Θεός γίνεται γνωστός μέσα από την συνείδηση του ανθρώπου, η οποία λειτουργεί, ως η ενδιάθετη φωνή του θεικού στοιχείου στον άνθρωπο και του υποδεικνύει με φυσικό τρόπο, την ταύτιση των ενεργειών του προς το νόμο του Θεού: «ου γαρ οι ακροαταί του νόμου δίκαιοι παρά τω Θεώ, αλλ’ οι ποιηταί του νόμου δικαιωθήσονται. όταν γαρ έθνη τα μη νόμον έχοντα φύσει τα του νόμου ποιή, ούτοι νόμον μη έχοντες εαυτοίς εισι νόμος, οίτινες ενδείκνυνται το έργον του νόμου γραπτόν εν ταίς καρδίαις αυτών, συμμαρτυρούσης αυτών της συνειδήσεως και μεταξύ αλλήλων των λογισμών κατηγορούντων η και απολογουμένων» [12].

Τέλος ο άνθρωπος γνωρίζει το Θεό μέσα από την ροή της ιστορίας καθόσον, «ουκ αμάρτυρον εαυτόν αφήκεν αγαθοποιών, ουρανόθεν υμίν υετούς διδούς και καιρούς καρποφόρους, εμπιπλών τροφής και ευφροσύνης τας καρδίας υμών.» [13] Μάλιστα εντός της ιστορίας ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίσει το Θεό, μέσα από την προσαρμογή του ανθρώπινου νου στην φυσική τάξη του κόσμου και της ανθρωπότητας, καθόσον «εποίησέ τε εξ ενός αίματος παν έθνος ανθρώπων κατοικείν επί παν το πρόσωπον της γης, ορίσας προστεταγμένους καιρούς και τας οροθεσίας της κατοικίας αυτών, ζητείν τον Κύριον ει άρα γε ψηλαφήσειαν αυτόν και εύροιεν, και γε ου μακράν από ενός εκάστου ημών υπάρχοντα.» [14].
Μέσα από αυτόν το φυσικό τρόπο γνώσεως του Θεού, ο ανθρώπινος νους επιχειρεί να συστηματοποιήσει λογικά, την περί Θεού γνωστική αντίληψη. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, έχοντας πέραν της πίστεως και τον ορθό λόγο, ως όργανο και μέσον για την αναγωγή προς το Θεό, διδάσκουν, πως μέσα από την αρμονία, την τάξη και τα φαινόμενα της ίδιας της φύσης, ο άνθρωπος δύναται να αποκτήσει σχετική γνώση του «όντως όντα Θεού». Τούτο είναι εφικτό διότι, η οδός προς την γνώση του Θεού, δεν βρίσκεται έξω και μακριά από τον άνθρωπο, αλλά βρίσκεται εντός του ανθρώπου, στην ψυχή και στο νου του, αποτελώντας την μόνη και ασφαλή πορεία θεώρησης και νοήσεως του θείου [15].
Β) Στην δεύτερη περίπτωση –της υπερφυσικής αποκάλυψης- ο Θεός γίνεται γνωστός κατά τον τρόπο που παρουσιάζεται στην Αγία Γραφή, όπως αυτή διασφαλίστηκε μέσα από την ιερά Παράδοση της Εκκλησίας. Η υπερφυσική αποκάλυψη καλύπτει την ανεπάρκεια της φυσικής αποκάλυψης για την γνώση του Θεού, μέσα από μια διαγραμματική εξελικτική πορεία, παρέχοντας πληρέστερη εικόνα περί του Θεού.
Έτσι στον προπτωτικό άνθρωπο, αποκαλύπτεται η μακαριότητα του Θεού, στην οποία ο άνθρωπος μετέχει έχοντας πνευματική κοινωνία και αναφορά προς το Θεό. Μεταπτωτικά, η αποκαλυπτική πορεία του Θεού στον άνθρωπο, μέσα από τις ενέργειές Του, κατεργάζεται την επαναγωγή του ανθρώπου στην προ της πτώσεως υπαρξιακή του παρουσία. Τέλος, η δια του Ιησού Χριστού αποκάλυψη, ως σαρκωμένη παρουσία του Λόγου του Θεού, αποκαθιστά την κοινωνία του πεπτωκότος ανθρώπου με τον Θεό, δια της σταυρικής θυσίας και Αναστάσεως και παράλληλα «προβάλλει και εξηγεί» το Θεό, ώστε το περιεχόμενο της αποκάλυψης να αποτελεί και γνώση Θεού και επίγνωση σωτηρίας: «Θεόν ουδείς εώρακεν πώποτε· ο μονογενής υιός ο ων εις τον κόλπον του πατρός εκείνος εξηγήσατο.» [16].
Σαφώς, η αποκάλυψη του Θεού στον άνθρωπο εξακολουθεί μέχρι την συντέλεια του αιώνος, καθόσον υπάρχει η διαβεβαίωση του Χριστού ότι «όταν δε έλθη ο παράκλητος ον εγώ πέμψω υμίν παρά του πατρός, το Πνεύμα της αληθείας, ο παρά του πατρός εκπορεύεται, εκείνος μαρτυρήσει περί εμού·» [17] (και μάλιστα το Ευαγγέλιο μαρτυρεί και τον τρόπο και το μέσον αυτής της αποκάλυψης, μέσω του Χριστού, αναφέροντας «και εγώ ερωτήσω τον πατέρα και άλλον παράκλητον δώσει υμίν, ίνα μένει μεθ’ υμών εις τον αιώνα, το Πνεύμα της αληθείας, … ο δε παράκλητος, το Πνεύμα το άγιον ο πέμψει ο πατήρ εν τω ονόματί μου, εκείνος υμάς διδάξει πάντα και υπομνήσει υμάς πάντα α είπον υμίν.» [18].
Διερευνώντας ουσιαστικά την πορεία της θείας αποκάλυψης, μέσα από τα κείμενα της Αγίας Γραφής, διαπιστώνουμε, πως ο άνθρωπος γνωρίζει ότι: H αιτία της θεότητας και αγέννητος Πατήρ, εξηγείται δια του ενανθρωπίσαντος Υιού, και ο Υιός μαρτυρείται μέσω του Αγίου Πνεύματος, το οποίο εκπορεύεται εκ του Πατρός και ενεργεί δια του Υιού. Η υπερφυσική αποκάλυψη, καλύπτει την ανεπάρκεια της φυσικής ανθρώπινης δυνατότητας να σχηματίσει την περί Θεού γνώση.
Συνοψίζοντας, τα συμπεράσματα που εξάγονται πιστοποιείται, ότι ο άνθρωπος δεν έχει ούτε απόλυτη ή τέλεια δυνατότητα γνώσεως του Θεού, αλλά ούτε και απόλυτη ή τέλεια άγνοια του Θεού. Οι Πατέρες ορίζουν ότι, ο άνθρωπος γνωρίζει τα «περί της φύσεως» της Τριαδικής Θεότητας, εννοώντας την δυνατότητα μετοχής στις άκτιστες ενέργειες, αλλά όχι στην ουσία του Θεού.

Παραπομπές:

10. Ρωμ. 1, 19-20
11. Σοφ. Σολ.13, 3-5.
12. Ρωμ. 2,13-15.
13. Πραξ. 14,17.
14. Πραξ.17, 26-27.
15. Μ. Αθανασίου, PG. 25, 60-61, Λόγος κατά Ελλήνων 30.
16. Ιω.1,18.
17. Ιω.15,26.
18. Ιω. 14, 16-26.

Ο Τριαδικός Θεός: Καταφατική και αποφατική Θεολογία Βασίλειος Γκρίλλας, Θεολόγος, ΜΑ Θεολογίας


Στην δομή της θεολογικής σπουδής και μελέτης η προσέγγιση της γνώσης του Θεού και ειδικότερα η περί την θείαν ουσία αντίληψη που επιχειρεί να σχηματοποιήσει ο άνθρωπος [1] ακολουθούνται κατά βάση δύο οδοί. Η πρώτη χαρακτηρίζεται ως η οδός της καταφάσεως και εκφράζεται με την σχηματοποίηση της καταφατικής θεολογίας και μέσω καταφατικών σχημάτων λόγου, ενώ η δεύτερη οδός παρουσιάζεται με λογικά σχήματα αρνήσεως και χαρακτηρίζεται ως αποφατική θεολογία [2].
Μέσα από την φυσική αποκάλυψη, την Αγία Γραφή [3] και την Ιερά Παράδοση [4] ο άνθρωπος επιδιώκει να αναχθεί στην αποκεκαλυμμένη υπερφυσική αλήθεια αποδίδοντας στον Θεό ιδιώματα και ονόματα σε μια προσπάθεια προσδιορισμού της υπάρξεώς του. Τα ιδιώματα-ονόματα αυτά έχουν είτε καταφατικό χαρακτήρα (π.χ. αιώνιος, παντοδύναμος, πανταχού παρών κ.α.), είτε έχουν αποφατικό χαρακτήρα (π.χ. ακατάληπτος, άναρχος κ.α.).

Στην ουσία μέσω της καταφατικής θεολογικής σπουδής (via affirmationis), αποδίδουμε στο Θεό κάθε τελειότητα στον υπέρτατο βαθμό και στην ύψιστη αιτία της τελειότητας που αντιλαμβανόμαστε σε σχέση με τον κόσμο. Στην καταφατική θεολογία, η θέση των όντων, δηλ. η απόδοση θετικών ιδιωμάτων στο Θεό παράγεται εξαιτίας της αιτιώδους σχέσης του Θεού με τον ίδιο τον κόσμο. Μάλιστα σε αυτό το πεδίο καταφατικής προσέγγισης της περί θεού γνώσεως, διακρίνονται δύο πορείες: α) Η οδός της υπεροχής (via eminentiae) που παρουσιάζει το θείον ως υπερέχων κάθε άλλου κτιστού όντος και β) στην οδό της αιτιότητας (via causalitatis) που παρουσιάζει το Θεό ως δημιουργική και ουσιαστική αιτία των πάντων. Ουσιαστικά δηλαδή η καταφατική θεολογία αναφέρεται στην προσιτή, καταληπτή και γνωστή όψη του Θεού [5].
Αντιθέτως στην αποφατική θεολογία, μέσα από την μέθοδο της αρνήσεως (via negationis) η θεολογική σκέψη αρνείται να προσδώσει στον Θεό κάθε ατέλεια του κόσμου, αλλά και κάθε στοιχείο, χαρακτηρισμό ή ιδίωμα που δεν αρμόζει στο Θείο. Στην ουσία αυτής της θεώρησης η αποφατική θεολογία αποδίδει στον Θεό αποφατικά και αρνητικά ιδιώματα, διαφοροποιώντας Αυτόν παντελώς από την κτιστή πραγματικότητα. Έτσι παράγει ουσιαστική διαφορά μεταξύ κτιστού και ακτίστου, υπογραμμίζοντας και εξαίροντας την υπεροχή του Θεού έναντι των κτιστών όντων. Εξαιτίας αυτής της διαφοράς που παράγεται στο σχήμα κτιστού και ακτίστου, η αποφατική θεολογία παρουσιάζεται υψηλότερη της καταφατικής, διότι καταφέρνει να αναχθεί στην απρόσιτη, ακατάληπτη και άγνωστη όψη του Θεού, τονίζοντας στην ουσία την πεπερασμένη δυναμική του κτιστού ανθρώπινου νου [6].
Σε κάθε μία των περιπτώσεων, είτε αναφερόμαστε στο Θεό γνωσιολογικά μέσω της αποφατικής ή της καταφατικής θεολογίας, πρέπει να τονιστεί ότι ο Θεός είναι και παραμένει πέρα από κάθε σχήμα γνώσης υπερκείμενος κάθε καταφατικής ή αποφατικής σχηματοποίησης από τον ανθρώπινοι πεπερασμένο νου. Ο Θεός ως άκτιστος, απερινόητος, ακατάληπτος, άναρχος, αόρατος, αΐδιος, ανερμήνευτος και υπέρχρονος δεν μπορεί να περιοριστεί στην γνωστική ανθρώπινη αντίληψη και παραμένει υπερκείμενος και υπεράνω κάθε γνωσιολογικού σχήματος του όποιου ανθρώπινου λόγου [7].
Με δεδομένες αυτές τις θεολογικές θέσεις, μπορούμε να προσδιορίσουμε τα όρια της δυνατότητας του ανθρώπου για την γνώση του Θεού με δύο τρόπους. Ο πρώτος φυσικός, ο δεύτερος υπερφυσικός. Και στις δύο περιπτώσεις ο Θεός αποκαλύπτεται στον άνθρωπο. Η αποκάλυψη νοείται, ως η ελεύθερη θεία ενέργεια, μέσα από την οποία ο άκτιστος Τριαδικός Θεός, γνωστοποιεί στον άνθρωπο την ύπαρξη, τις ενέργειες, την αιώνια βουλή Του, καθώς και την εν χρόνω πραγματοποίηση αυτής, για την σωτηρία του ανθρώπου [8]. Ουσιαστικά δηλαδή, ο Θεός αυτό-αποκαλυπτόμενος, δίνει στον άνθρωπο την δυνατότητα να γνωρίσει, όλα όσα είναι αδύνατο να γνωρίσει στηριζόμενος στις δικές του και μόνο δυνάμεις [9].

Παραπομπές:

1. Γεωργίου Π. Θεοδωρούδη, Θεία και ανθρώπινη σοφία κατά την Πατερική Παράδοσιν της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Κυρομάνος, Θεσ/νίκη 1998, σελ.17 και εξ.
2. Νίκου Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Α’, Εισαγωγή στη θεολογική γνωσιολογία, Πουρναρά, Θεσ/νίκη 2000, σελ. 203-210.
3. Ν. Ξεξάκη, Ορθόδοξος Δογματική, Προλεγόμενα εις την Ορθόδοξον Δογματικήν , τ. Α’, Έννοια, Αθήνα 2006, σελ. 87-113.
4. Ν. Ξεξάκη, ο.π., σελ. 118-148.
5. Σπ. Κυριαζοπούλου, Προλεγόμενα εις την ερώτησιν περί Θεού, δ.δ., Γρηγόρης, Αθήνα, 2000, σελ. 1-12.
6. Σπ. Κυριαζοπούλου, ο.π., σελ. 13-20.
7. Αμφιλοχίου Ράντοβιτς (Ιερομ.), Το Μυστήριον της Αγίας Τριάδος κατά τον Γρηγόριον Παλαμάν, Ανάλεκτα Βλατάδων 16, Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσ/νίκη 1973, σελ. 29-38.
8. Νίκου Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Α’, Εισαγωγή στη θεολογική γνωσιολογία, Πουρναρά, Θεσ/νίκη 2000, σελ. 190-196.
9. Ν. Ξεξάκη, , Ορθόδοξος Δογματική, Προλεγόμενα εις την Ορθόδοξον Δογματικήν , τ. Α’, Έννοια, Αθήνα 2006, σελ. 80-84.