1. Οι δήθεν δύο τύποι εκκλησιολογίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία
2. Συνοπτική αντίκρουση
3. Ευρύτερες αναλύσεις
Α. Οι προϋποθέσεις του ορθοδόξως θεολογείν
Β. Πρέπει κανείς προηγουμένως να σχολάση για να γνωρίση τον Θεό. «Δει γαρ τω όντι σχολάσαι και γνώναι Θεόν»
Γ. Η εμπειρία της δόξης του Θεού και η διατύπωσή της
Δ. Η νηπτική-ησυχαστική παράδοση και οι άγιοι Πατέρες
Ε. Η νηπτική-ησυχαστική παράδοση και οι άγιοι Πατέρες
ΣΤ. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης προσδιορίζοντας την αρετή, παρουσιάζει ως τύπο τελείου ανθρώπου τον Προφήτη Μωϋσή
Ζ. Η νηπτική-ησυχαστική παράδοση και οι Οικουμενικές Σύνοδοι
Η. Η παράδοση της Φιλοκαλίας
Θ. Η νηπτική θεολογία, τα Μυστήρια και η λατρεία της Εκκλησίας
4. Η ερμηνεία του π. Ιωάννου Ρωμανίδη
5. Συμπέρασμα
Η λέξη αίρεση προέρχεται από το ρήμα αιρέομαι-ούμαι και δηλώνει την επιλογή και προτίμηση μιας επί μέρους πλευράς μιας διδασκαλίας που απολυτοποιείται σε βάρος της καθολικότητος, της όλης αληθείας.
Από πλευράς Ορθοδοξίας αίρεση είναι η απόκλιση από την καθιερωμένη διδασκαλία της Εκκλησίας, όπως διατυπώθηκε από τους Αποστόλους, τους Πατέρας της Εκκλησίας, κυρίως στις Τοπικές και τις Οικουμενικές Συνόδους. Για παράδειγμα, η διδασκαλία για την ένωση των δύο φύσεων στον Χριστό διατυπώθηκε στην Δ’ Οικουμενική Σύνοδο, σύμφωνα με την οποία η θεία και η ανθρώπινη φύση ενώθηκαν «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως» στην υπόσταση του Λόγου.
Όταν κάποιος υπερτονίζη την θεία φύση σε βάρος της ανθρωπίνης φύσεως, περιπίπτει στην αίρεση του μονοφυσιτισμού. Όταν κάποιος άλλος υπερτονίζη την ανθρωπίνη φύση σε βάρος της θείας φύσεως και κυρίως σε βάρος της ενότητος των δύο φύσεων, τότε περιπίπτει στην αίρεση του νεστοριανισμού.
Το προηγούμενο δείχνει ότι πρέπει να αποδεχόμαστε τα δόγματα της Εκκλησίας τα οποία διατυπώθηκαν στην Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση, δηλαδή στα κείμενα των Προφητών, των Αποστόλων και των Πατέρων, οι τελευταίοι δε τα διετύπωσαν στις Τοπικές και Οικουμενικές Συνόδους, γιατί διαφορετικά, αλλοιώνεται η αποκεκαλυμμένη αλήθεια της πίστεως, και κυρίως αυτή η αλλοίωση γίνεται με στοχασμούς και ευσεβείς σκέψεις πάνω σε δογματικές αλήθειες της Εκκλησίας.
1. Οι δήθεν δύο τύποι εκκλησιολογίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία
Τον τελευταίο καιρό υφέρπει και κυοφορείται μια αιρετική διδασκαλία που υπονομεύει όλο το οικοδόμημα της ορθοδόξου διδασκαλίας. Δεν θα έδινα ιδιαίτερο ενδιαφέρον και προσοχή, αν δεν έβλεπα ότι αυτή η κακοδοξία διαδίδεται σαν λύμη, την οποία συναντώ σε βιβλία και κείμενα, θεολόγων και φιλοσοφούντων, σε άρθρα, σε προφορικές ομιλίες που ακούγονται από ραδιοφωνικούς σταθμούς.
Δεν κτυπιέται ευθέως η δογματική διδασκαλία της Αγίας Γραφής, των Οικουμενικών Συνόδων, αλλά κυρίως προσβάλλονται ύπουλα οι προϋποθέσεις της ορθοδόξου θεολογίας.
Γράφεται και λέγεται ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας από τον 3ο αιώνα και μετά αλλοίωσαν την αρχέγονη εκκλησιαστική παράδοση.
Η αρχαία Εκκλησία, όπως υποστηρίζεται, ζούσε το μυστήριο της Εκκλησίας στην θεία Ευχαριστία, η οποία θεία Ευχαριστία «αποτελεί εικόνα και προληπτική φανέρωση της εσχατολογικής Βασιλείας του Θεού», οπότε η θεία Ευχαριστία εξομοιώνει, κατά το δυνατόν, τις ιστορικές κατά τόπους χριστιανικές κοινότητες ως «αυθεντική έκφραση της εσχατολογικής δόξας της βασιλείας του Θεού».
Οι απόψεις μπορούν να φαίνονται ως ευλογοφανείς, ουσιαστικά όμως δημιουργούν πρόβλημα, όταν δεν ερμηνεύωνται ορθόδοξα τα περί της θείας Ευχαριστίας ως φανερώσεως της Βασιλείας του Θεού, και τα περί της μεθέξεως της εσχατολογικής δόξας της Βασιλείας.
Λέγεται αυτό, γιατί όσοι χρησιμοποιούν τέτοιες εκφράσεις συνήθως αγνοούν ή περιφρονούν την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας, ιδιαιτέρως του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, για το ότι η Βασιλεία του Θεού είναι η φανέρωση του Θεού ως Φωτός, όπως έγινε στο όρος της Μεταμορφώσεως.


