Τετάρτη 26 Ιουνίου 2019

Το Ελλαδικό Αυτοκέφαλο Προϋποθέσεις και συνέπειες Τού π. Γεωργίου Μεταλληνού



Πηγή: Μεταλληνός Δ. Γεώργιος, "Παράδοση και αλλοτρίωση, τομές στην πνευματική πορεία του νεώτερου ελληνισμού κατά τη Μεταβυζαντινή περίοδο", Δόμος, Αθήνα 1994, σελ. 227-257.
 
Εκατόν πενήντα χρόνια συμπληρώθηκαν (1983) από την «αυτογνώμονα» ανακήρυξη του αυτοκέφαλου της Εκκλησίας της Ελλάδος (23 Ιουλίου/4 Αυγούστου 1833), έργο της «ομοψύχου ξυνωρίδος» Maurer-Φαρμακίδη. Το γεγονός αυτό, το οποίο χαρακτηρίσθηκε από τον ίδιο τον Maurer «σπουδαίον διάβημα δια το μέλλον της Ελλάδος», έχει αποτιμηθεί τελεσίδικα, με βάση τις μετέπειτα εξελίξεις, ως πραγματική «αρχή ωδίνων» (Ματθαίος 24,8) για την Ελλαδική Εκκλησία και σύνολο το Ελληνικό έθνος. Γιατί τα δεκαεπτά χρόνια (1833-1850), κατά τα οποία η Εκκλησία της Ελλάδος βρέθηκε αδόκητα στην κατάσταση του σχίσματος, έγιναν η μήτρα, μέσα στην οποία κυοφορήθηκαν όλες οι κατοπινές περιπέτειες της, των οποίων ο απόηχος δεν έχει σβήσει ακόμη. Μια συνοπτική παρουσίαση των προϋποθέσεων και των συνεπειών του Αυτοκέφαλου της Ελλαδικής Εκκλησίας επιχειρείται στη συνέχεια.
 
1. Με την έκρηξη της Ελληνικής Επαναστάσεως ετέθη στην πράξη το ζήτημα της περαιτέρω σχέσεως της «εν Ελλάδι» Εκκλησίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο1, που βρισκόταν μέσα στην επικράτεια του Σουλτάνου, εναντίον του οποίου είχε επαναστατήσει ο Ελληνικός Λαός. Ιδιαίτερα ο κύκλος των Διαφωτιστών, περισσότερο ευαίσθητων στην ιδέα της ελευθερίας, ποτισμένος από το δυτικό πνεύμα —αντίποδα της ελληνορθόδοξης παραδόσεως— και φανατικά προσκολλημένος στην αρχή των εθνοτήτων —προϊόν της δυτικής πολιτικής νοοτροπίας—, προ πάντων όμως εγκλωβισμένος στις δυτικογενείς προκαταλήψεις για το Βυζάντιο και φυσικά και τη Ρωμηοσύνη2, έγινε ο προπαγανδιστής της ανεξαρτητοποιήσεως (αυτοκεφαλίας) της Ελλαδικής Εκκλησίας από τη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που ήταν υπόδουλο, όπως συνήθιζαν να λέγουν, στον Σουλτάνο. Πρωτοπόρος —και στο σημείο αυτό— υπήρξε ο εκ των Διαφωτιστών Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833), «φωτιστής» μεν του έθνους μας, αλλά και initiator αλλοιωτικών της ουσίας μας καινοτομιών στον εκκλησιαστικό χώρο και την πνευματική παράδοσή μας3.
Ο Κοραής ήταν εκείνος, που πρώτος πρόσεξε την πολιτική διάσταση του θέματος και πρώτος έθεσε επίσημα (το 1821) το αίτημα για μιαν αυτόνομη Ελλαδική Εκκλησία, ανεξάρτητη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο4, με την εκ των υστέρων «αχαρακτήριστη» δικαιολογία, ότι «δεν είναι περί δόγματος ο λόγος, άλλα περί τύπου»5. Το και σπουδαιότερο όμως, ο Κοραής ούτε λίγο ούτε πολύ έβλεπε τη διαδικασία της ελλαδικής αυτοκεφαλίας έξω από κάθε κανονική τάξη, ως μία προτεσταντικού χαρακτήρα «θρησκευτική» επανάσταση εναντίον του Πατριαρχείου, αναγκαία συνέπεια της προηγηθείσης πολιτικής επαναστάσεως εναντίον του Σουλτάνου. «Τού έως την ώρα ταύτην —έγραφε— ελευθερωθέντος μέρους της Ελλάδος ο κλήρος δεν χρεωστεί πλέον να γνωρίζη εκκλησιαστικόν αρχηγόν του τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, ενόσω η Κωνσταντινούπολις μένει μολυσμένη από την καθέδραν του άνομου τυράννου· άλλα πρέπει να κυβερνάται από σύνοδον Ιερέων, εκλεγμένην ελευθέρως από Ιερείς και κοσμικούς, καθώς έπρασσεν η αρχαία Εκκλησία, και πράσσει εκ μέρους σήμερον ακόμη των ομοθρήσκων Ρώσων η Εκκλησία. Ελευθέρων και αυτονόμων Γραικών κλήρος είναι απρεπέστατον να υπακούη εις προσταγάς Πατριάρχου εκλεγμένου από τύραννον και αναγκασμένου να προσκυνή τύραννον»6.
Ανεξάρτητα από το πνευματικό και ιστορικό υπόβαθρο του Κοραή και τους συγκεκριμένους λόγους που είχε, ώστε να διατυπώνει αυτές τις σκέψεις, το κήρυγμα του, όπως ήταν επόμενο, βρήκε αμέσως ανταπόκριση στους οπαδούς και ομοϊδεάτες του7, ιδιαίτερα τους πολιτικούς8, το υπέθαλπαν δε, για λόγους ευνόητους, και οι δυτικοί μισσιονάριοι9, φορείς του ιδίου πνεύματος με τον Κοραή και τον κύκλο του.
Η υποστήριξη (θα λέγαμε καλύτερα: η υποβολή) της ιδέας της αυτονόμησης της Εκκλησίας της Ελλάδος από τον Κοραή έδωσε το έναυσμα της λειτουργίας του μηχανισμού, που θα οδηγούσε στην κατά την υπόδειξή του διευθέτηση του εκκλησιαστικού προβλήματος της Ελλάδος. Το γεγονός δε, ότι ο αρχηγός του Ελληνικού Διαφωτισμού θα επανέλθει τον Οκτώβριο του 1831 στο ζήτημα της αυτοκεφαλίας στον «Ιερατικόν Συνέκδημόν» του αποδεικνύει, ότι οι συζητήσεις αυτές δεν είχαν σταματήσει ποτέ και ότι το ζήτημα του αυτοκέφαλου ήταν πάντα στο προσκήνιο.
Το 1831 δημοσιεύθηκε όμως και η Ελληνική μετάφραση του βιβλίου τού Ε. Βαττέλ, «Το δίκαιον των Εθνών ή αρχαί του φυσικού νόμου, προσηρμοσμένου εις την διαγωγήν και εις τα πράγματα των Εθνών», υπό Γ. Α. Ράλλη (τόμ. 1ος, Εν Ναυπλία 1831). Το βιβλίο αυτό αποτελούσε ένα ενθουσιώδες κήρυγμα υπέρ της πολιτειοκρατίας10. Το μήνυμα του βιβλίου αυτού, που μεταφραζόμενο στα Ελληνικά την εποχή αυτή εξυπηρετούσε την προπαγάνδα της (δυτικής) κρατικής ιδέας, ήταν, ότι: ο μονάρχης έχει την εποπτεία επί της θρησκείας και των Ιερέων το φυσικό δίκαιο και το ευαγγέλιο ορίζουν τον μονάρχη κεφαλή της θρησκείας· οι Ιερείς είναι κυβερνητικοί υπάλληλοι υπεύθυνοι έναντι του μονάρχου και επομένως δεν πρέπει να λέγει κανείς, ότι η φροντίς των θείων πραγμάτων δεν ανήκει εις καμία κοσμική εξουσία, διότι ο Βασιλεύς όχι μόνο επιθεωρεί τα της θρησκείας, αλλά έχει και εξουσία επί των λειτουργών αυτής.11 Έτσι, προετοιμαζόταν μεθοδικά το έδαφος για την αποδοχή νέου συστήματος διοικήσεως της Εκκλησίας, κατά το οποίο κυριάρχης(!) αυτής θα είναι ο ηγεμόνας, έστω και ετερόδοξος12.
 
2. Πρόσφορο έδαφος βρήκε η ιδέα της ανεξαρτησίας της Ελλαδικής Εκκλησίας στην εκ των πραγμάτων διαμορφωθείσα κατά την Επανάσταση έκρυθμη κατάσταση. Με την έκρηξη της εθνεγερσίας, όπως ήταν φυσικό, διεκόπη η επικοινωνία της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, οι δε Επίσκοποί της εμνημόνευαν «πάσης Επισκοπής Ορθοδόξων»13. Ήταν, άλλωστε, διάχυτη η πεποίθηση, ότι η εκκλησιαστική εξάρτηση της Ελλάδος από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ευρισκόμενο κάτω από την εξουσία των εχθρών του έθνους, μπορούσε να βλάψει και την ίδια την πολιτική της υπόθεση.
Η κατάσταση, την οποία αυτόματα δημιούργησε η Επανάσταση, έθεσε επί τάπητος αλυσίδα ολόκληρη πολιτικών, αλλά και εκκλησιαστικών-κανονικών προβλημάτων. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης, υπό την ιδιότητά του ως Εθνάρχου, ήταν συγχρόνως κεφαλή της πολιτικής και εκκλησιαστικής διοικήσεως (και) των Ελλήνων. Και τα πολιτικά μεν προβλήματα βρήκαν αμέσως τη λύση τους, αφού η ίδια η Επανάσταση δεν εσήμαινε τίποτε άλλο από την de facto απόσπαση του επαναστατημένου μέρους της Ρωμηοσύνης από την τουρκική πολιτική εξουσία και συγχρόνως από τον Εθνάρχη-Οικουμενικό Πατριάρχη, ο οποίος ήταν αναγκασμένος να δρα ως εντολοδόχος της. Ήταν όμως δυνατόν να λυθεί τόσο «εύκολα» και το εκκλησιαστικό πρόβλημα, αφού η Ελλαδική Εκκλησία αποτελούσε τμήμα της (κανονικής) δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου; Όχι, φυσικά! Έτσι ανέκυψε το σοβαρότατο πρόβλημα της περαιτέρω διοικήσεως της Εκκλησίας της Επαναστατημένης Ελλάδος, η οποία βρέθηκε έξαφνα σε αδυναμία να συνεχίσει τις κανονικές της σχέσεις με το πνευματικό της Κέντρο, το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως.
Παρ' όλα αυτά, η διακοπή των κανονικών σχέσεων δεν είχε —ούτε και έλαβε— μέχρι την ολοκλήρωση του απελευθερωτικού Αγώνα τον χαρακτήρα πραξικοπηματικής ανεξαρτητοποιήσεως της «Ελλαδικής» Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλ' ήταν το αποτέλεσμα της δημιουργηθείσης καταστάσεως, δηλαδή της αδυναμίας επικοινωνίας14. Τα δικαιώματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου ούτε απορρίφθηκαν ποτέ, ούτε και λησμονήθηκαν15. Κατά την επιγραμματική δε διατύπωση του Κ. Οικονόμου του εξ Οικονόμων, από την αρχή του Αγώνα μέχρι το 1832 «εν ουδεμία εθνική συνελεύσει ουδαμού ουδέποτε φαίνονται [δηλαδή οι Έλληνες] ούτε ψηφίσαντες, ούτε βουλευσάμενοι τον από της Μ. Εκκλησίας αυτογνώμονα και βίαιον χωρισμόν»16. Αυτή είναι η πραγματικότητα.
 
3. Οι επαναστατημένοι Έλληνες, γνωρίζοντας τη δύναμη της Ορθοδοξίας και τη «δυναμική» της Εκκλησίας στον Αγώνα, απ' την αρχή θέλησαν να εκφράσουν την Ορθόδοξη αυτοσυνειδησία τους, διακηρύσσοντας, ότι «επικρατούσα θρησκεία είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας»17. Στη δε Β΄ Εθνική Συνέλευση (Άστρος, 1823) επιφορτίσθηκε ο Μινίστρος της Θρησκείας (Ανδρούσης Ιωσήφ) με την ευθύνη να συντάξει σχέδιο περί εκκλησιαστικής διατάξεως, «ώστε να έχη εις την Ελλάδα το βάρος της η Θρησκεία δια την ευτυχίαν των ανθρώπων»18. Στα υποβληθέντα, ακόμη, σχέδια «προσωρινής οργανώσεως της εν Ελλάδι Εκκλησίας»19 (σύσκεψη Αρχιερέων στην Ερμιόνη, 1826) τονιζόταν «η ανάγκη πνευματικής και ηθικής ανορθώσεως της Ελλάδος, διότι άνευ Χριστιανικών αρετών και θρησκευτικού βίου το Ελληνικόν έθνος δεν θα απέκτα πολιτικήν ελευθερίαν σταθεράν»20.
Η Γ' Εθνική Συνέλευση (Επίδαυρος, 1827) ανέθεσε στους μητροπολίτες Κορίνθου Κύριλλο, Τριπόλεως Δανιήλ, Ρέοντος Διονύσιο και στους επισκόπους Ανδρούσης Ιωσήφ και Βρεσθένης Θεοδώρητο, τη σύνταξη Σχεδίου, που θα ρύθμιζε την προσωρινή διοίκηση της Ελλαδικής Εκκλησίας21. Μολονότι το Σχέδιο, που συνέταξαν, προέβλεπε Εκκλησία αυτοδιοικούμενη από τριμελή ή πενταμελή εκκλησιαστική Επιτροπή, δεν έκαμαν καθόλου λόγο για αυτοκέφαλο22. Διακήρυξαν μάλιστα την προσήλωση τους στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, σημειώνοντας τα ακόλουθα: «Επειδή πάντες ημείς, εξαιρέτως του Ιερού Κλήρου της Ανατολικής Εκκλησίας, ουκ εγνωρίσαμεν άλλην μητέρα, ειμή την Μεγάλην Εκκλησίαν, ούτε άλλον Κυριάρχην, ειμή τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, καθ' ό και ο μεγαλόφρων αυτής Πατριάρχης Γρηγόριος προ ολίγων χρόνων εθυσιάσθη υπέρ της ιεράς ημών πίστεως και υπέρ πατρίδος, δια τούτο ουκ εφείται ημίν αποσπασθήναι απ' αυτής και αποσκιρτήσαι»23. Πιστεύουμε, ότι δεν θα ευρισκόμεθα μακριά από την πραγματικότητα και τον αληθινό «νουν» της διακηρύξεως αυτής, αν ισχυριζόμεθα, ότι εδώ δεν έχουμε αναφορά μόνο στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Πατριαρχείου («μητέρα Εκκλησία»), άλλα και στα εθναρχικά δικαιώματά του («κυριάρχης»!) — έστω και πνευματικά τώρα. Είναι γεγονός, ότι οι αγωνιζόμενοι Έλληνες (όχι, φυσικά, οι της διασποράς και μάλιστα διανοούμενοι-διαφωτιστές), δεν μπορούσαν ούτε καν να διανοηθούν την εποχή αυτή δημιουργία «αυτοκέφαλου» Ελλαδικής Εκκλησίας, παρά τα αντίθετα κοραϊκά κηρύγματα!
 
4. Αντίθετα, είναι γνωστές οι προσπάθειες του Καποδίστρια για την αποκατάσταση των κανονικών σχέσεων24, καθόσον μάλιστα υπήρχε φόβος, η διακοπή του δογματικού και κανονικού δεσμού της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο να συντελέσει στο να «κινδυνεύση και να διαμελισθή ο εν τη πίστει ενσεσαρκωμένος και αυτής αχώριστος Ελληνισμός»25. Ήταν, άλλωστε, ο Καποδίστριας, όχι μόνο διορατικός πολιτικός και διπλωμάτης, αλλά και βαθύς γνώστης της σημασίας για τον Ελληνισμό του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της οικουμενικής Αποστολής του26. Γι' αυτό «ουδ' επί στιγμήν εσκέφθη ο Κυβερνήτης να απόσπαση πραξικοπηματικούς εκ του Πατριαρχείου τας εν Ελλάδι επαρχίας του Θρόνου και να δημιουργήση αυτοκέφαλον Εκκλησίαν. Δυστυχώς η δολοφονία του ετερμάτισεν όλας τας προσπάθειας και τα ορθά σχέδιά του»27.
Δυστυχώς όμως, σε αντίθεση προς τις ενέργειες των Εθνοσυνελεύσεων της Επιδαύρου (1822) και της Τροιζήνας (1827)28, αλλά και του Καποδίστρια (1828-1831), η ιδέα της ανεξαρτησίας της Ελλαδικής Εκκλησίας, ευνοούμενη από το πνεύμα της εποχής και την εκ μέρους των πολιτικών καλλιεργούμενη νοοτροπία, επεκράτησε. Ενσαρκωτής του πνεύματος αυτού, ως άλλωστε φορέας των ιδεών της Δύσεως και του Κοραή σε βαθμό που να γίνει στόχος των αντικοραϊστών, βρέθηκε ο Θεόκλητος Φαρμακίδης (1784-1860), ο οποίος υπήρξε «ο κύριος εμπνευστής» του αυτοκέφαλου29. Τις σχετικές πεποιθήσεις του —παραλλαγή των διακηρύξεων τού Κοραή — βρίσκουμε συστηματοποιημένες στη γνωστή πολύκροτη Απολογία του: «Το Ελληνικόν έθνος διακήρυξαν εξ αρχής της ενδοξοτάτης αυτού επαναστάσεως ενώπιον Θεού και ανθρώπων την εαυτού πολιτικήν αυτονομίαν και ανεξαρτησίαν, απέδειξεν εν ταυτώ, καθ' ά είχεν αφ' εαυτού δίκαια [… ] και την εαυτού Εκκλησίαν αυτοκέφαλον και ανεξάρτητον, διότι και ο σκοπός του ιερού αυτού αγώνος ήτο όχι μόνον η πολιτική, άλλα και η εκκλησιαστική αυτονομία και ανεξαρτησία [… ]. Η Εκκλησία της Ελλάδος ήτο πραγματικώς αυτοκέφαλος και ανεξάρτητος, αφ' ης ημέρας διεκηρύχθη επισήμως η πολιτική του έθνους αυτονομία και ανεξαρτησία»30.
 
5. Οι υποστηρικτές του Αυτοκέφαλου ήταν φυσικό να επικαλούνται και τον πάντα υπαρκτό κίνδυνο πολεμικής σύρραξης με την Τουρκία «ανά πάσαν στιγμήν». Η περίπτωση μάλιστα πολέμου συνδυαζόταν με τη δυνατότητα επεμβάσεως του Πατριαρχείου σ' οποιαδήποτε Ορθόδοξη Εκκλησία, που βρισκόταν κάτω από την κανονική δικαιοδοσία του. Πόσο δικαιολογημένη ήταν μια τέτοια ανησυχία;
Κατ' αρχήν η περίπτωση πολέμου ήταν πάντα δυνατή. Το κλίμα της Ευρώπης την εποχή αυτή (1830 ε.) ήταν ιδιαίτερα τεταμένο. Το έτος 1830 είχε αποβεί έτος εξεγέρσεων, αφού σχεδόν σ' όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες σαν μικρές πυρκαϊές άναβαν οι επαναστάσεις η μία μετά την άλλη: Γαλλία, Πεδεμόντιο, Δανία, Σουηδία, Σαξονία, Πρωσσία, Έσση, Βέλγιο, Πολωνία κλπ. Έγιναν, σχεδόν συγχρόνως, εστίες εξεγέρσεων. Ο ανταγωνισμός της Ρωσίας, έπειτα, με την Αγγλία στο βαλκανικό χώρο και ειδικά τη Μεσόγειο έπαιρνε συνεχώς διαστάσεις. Από το 1829, μετά τη συνθήκη της Αδριανουπόλεως, η Ρωσία ακολουθούσε φιλότουρκη πολιτική. Οι σχέσεις της Αγγλίας με τη Ρωσία το 1830 είχαν αρκετά ψυχρανθεί, ενώ η Τουρκία βρισκόταν σε μεγάλη αδυναμία, απειλούμενη από τον ηγεμόνα της Αιγύπτου Μωχάμετ Άλη, που εκινείτο επικίνδυνα31. Η επιρροή, έτσι, της Ρωσίας πάνω στην Τουρκία αύξανε σημαντικά.
Είναι ακόμη χαρακτηριστικό και αυτονόητο συνάμα, ότι από τους οπαδούς του αυτοκέφαλου συνδεόταν το αυτοκέφαλο με το ρωσικό κίνδυνο32, και επομένως η σκέψη για ενδεχόμενο πόλεμο δεν σχετιζόταν άμεσα μόνο με την Τουρκία, άλλα και με τη Ρωσία, που όλο και κατακτούσε έδαφος στην επιρροή πάνω στο Σουλτάνο. Η αποδέσμευση της Ελλάδος από την επιρροή της Τουρκίας σήμαινε για την πολιτική της Αγγλίας τοποθέτηση της Ελλάδος έξω και από τη ρωσική επιρροή, η οποία μπορούσε πάντα να ασκείται μέσω του Σουλτάνου, αλλά και του Οικουμενικού Πατριαρχείου33, τον θρόνο του οποίου από το 1830 κατείχε ο ιδιαίτερα ρωσόφιλος θεωρούμενος Κωνστάντιος Α' (1830-34). Έβλεπαν δε και την πορεία των γεγονότων, τα οποία στο σημείο αυτό τους δικαίωναν απόλυτα. Η ρωσική επιρροή είχε αυξηθεί σημαντικά κατά τη διακυβέρνηση του Καποδίστρια (τουλάχιστον αυτό επίστευαν οι Άγγλοι), το δε 1831 είχε φθάσει σε τέτοιο σημείο, ώστε να ανησυχεί η κυβέρνηση της Αγγλίας, μήπως «περιπέση το νεοσύστατον κράτος υπό την αποκλειστικήν επιρροήν της Ρωσσίας»34. Ο ρωσικός επεκτατισμός ήταν για την αγγλική πολιτική στη Μεσόγειο μόνιμος πονοκέφαλος. Οι δε επεκτακτικές βλέψεις της Ρωσίας πάνω στα ανεξαρτητοποιούμενα από το Σουλτάνο τουρκικά εδάφη μπορούσαν κάθε στιγμή να βρουν υποστήριξη από τους Ορθοδόξους Βαλκανίους, και μάλιστα τους κληρικούς, που έμεναν πιστοί στην «ομόδοξη» Ρωσία35. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο στο σημείο αυτό ήταν δυνατό ν' αποβεί πολύ επικίνδυνο για την αγγλική πολιτική, γιατί η δυνατότητα ασκήσεως επιρροής από τη Ρωσία πάνω στην Τουρκία, κρατούσε για την πρώτη ανοικτή και την πύλη του Πατριαρχείου, το οποίο μπορούσε σε κάθε στιγμή να καταστεί όργανό της για τον επηρεασμό των απανταχού Ορθοδόξων. Τέτοια, άλλωστε, δυνατότητα διέθετε πάντα το Οικουμενικό Πατριαρχείο και σε αρκετές περιπτώσεις δεν απέφυγε —ανεξάρτητα από τους λόγους που το επέβαλαν— να την χρησιμοποιήσει.
Ήδη με την κυκλοφορία της «Νέας Πολιτικής Διοικήσεως» του Ρήγα (1797) ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε', στην πρώτη του πατριαρχία, κατεδίκασε το έργο με χαρακτηριστική αυστηρότητα, γιατί από φόβο τυχόν επικρατήσεως των αρχών της Γαλλικής Επαναστάσεως το Πατριαρχείο έδειξε μεγαλύτερη συμπάθεια προς την Τουρκία και ατένιζε με εμπιστοσύνη την Ορθόδοξη Αυτοκρατορία του Βορρά36.
Όταν οι Δημοκρατικοί Γάλλοι πέρασαν στα Επτάνησα (1797), πάλι ο Γρηγόριος απέλυσε εγκύκλιο, συνιστώντας στους Επτανησίους να μην πιστεύουν στις απατηλές υποσχέσεις τών Γάλλων Δημοκρατικών. Όταν πάλι στην Β΄ Πατριαρχία του Γρηγορίου, ο αγγλικός στόλος με τον υποναύαρχο Sir John Duckworth εμφανίστηκε ξαφνικά εμπρός στην Πόλη, ο Γρηγόριος με τους συνοδικούς Αρχιερείς προέτρεψαν το Λαό να βοηθήσει την Τουρκία. Ο ίδιος ο Γρηγόριος «κρατώντας την ποιμαντορικήν του ράβδο, οδήγησε χίλιους Έλληνες εργάτες να συντρέξουν τους Τούρκους στην κατασκευή οχυρώσεων εναντίον των δυτικών εισβολέων»37. Βέβαια δεν ήταν τούτο παρά «νομιμοφροσύνη»38, γιατί και λίγους μήνες πριν είχε εκδοθεί εγκύκλιός του εναντίον των Ρώσων, εχθρών τότε της Τουρκίας, που καλούσε το Λαό να σταθεί πιστός στην τελευταία39. Εδώ μπορεί να ενταχθεί και η περίφημη «Πατρική Διδασκαλία», που ανεξάρτητα από ποιόν εγράφη και όλα τα «ελαφρυντικά», που έχει, ήταν καθαρά ένα «φιλότουρκο» κείμενο, που καλούσε τον Ορθόδοξο λαό σε μια συγκεκριμένη πολιτική ενέργεια40.
Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και άλλες περιπτώσεις φανερής προσπάθειας του Πατριαρχείου να επηρεάσει πολιτικά το Ορθόδοξο πλήρωμα, έστω και αν τούτο γινόταν κάτω από την πίεση της Τουρκίας — αυτό δε ακριβώς φοβόταν η αγγλική πλευρά. Άλλωστε, σύμφωνα με την κατάσταση, που είχε διαμορφωθεί από την εποχή της αλώσεως, ο Οικουμενικός Πατριάρχης «ήτο ηναγκασμένος, τυπικώς, να ενεργή ως εντολοδόχος της Τουρκικής εξουσίας δια της παρεμβάσεώς του εις τα εσωτερικά της Ελλάδος πράγματα»41. Περιοριζόμαστε σε μερικές ακόμη χαρακτηριστικές περιπτώσεις στα χρόνια της Ελληνικής Επαναστάσεως. Ήδη με την έναρξη του κινήματος του Αλ. Υψηλάντη, το Πατριαρχείο βρέθηκε αναγκασμένο να λάβει θέση, καταδικάζοντάς το με «αφορισμό»42. Ο πατριάρχης Άνθιμος Γ' (1822-1824) εξορίσθηκε, γιατί δεν μπόρεσε να κατευνάσει τους επαναστατημένους Έλληνες. Ο διάδοχός του Χρύσανθος (1824-26) αναγκάσθηκε να δημοσιεύσει εγκύκλιο προς τους Έλληνες, έγραφε δε ειδικά στους αγιορείτες μοναχούς και τους Κρήτες να ειρηνεύσουν με την Τουρκία43. Αλλά και ο Αγαθάγγελος (1826-30), μετά τη ναυμαχία του Ναυαρίνου, ζήτησε κατ' εντολή της Πύλης από τους Έλληνες να έλθουν σε συμφωνία με την Τουρκία και να μη δεχθούν τη συμφωνία των Προστάτιδων Δυνάμεων (6 Ιουλίου 1827), με την οποία η Ελλάδα ανακηρυσσόταν ελεύθερο κράτος44.
Εγνώριζαν, άρα, οι Άγγλοι πόση επιρροή μπορούσε να ασκήσει το Πατριαρχείο, και μέσω αυτού η Τουρκία, σε θέματα πολιτικά, και μάλιστα σε περίπτωση πολέμου. Ο στόχος των επιδιωκόντων το αυτοκέφαλο δεν ήταν — γι' αυτό— πρωταρχικά, πώς θα έβγαζαν την Ελλαδική Εκκλησία από κάποιο κανονικο-πνευματικό αδιέξοδο της, αλλά πώς θα απέφευγε η δική τους πολιτική να περιέλθει σε αδιέξοδο, πράγμα που απαιτούσε να αποδυναμωθεί οπωσδήποτε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ώστε να μη μπορεί να επηρεάζει τις υπό την δικαιοδοσία του Ορθόδοξες Εκκλησίες και μέσω αυτών και τα ίδια τα κράτη, στα οποία αυτές ευρίσκονταν. Η Ορθοδοξία, τόσο της Ρωσίας όσο και των Ελλήνων, ήταν για τις Δυτικές Δυνάμεις μια πολύ επικίνδυνη υπόθεση. Γι' αυτό και η δυτική πολιτική συνίσταται έκτοτε στο να διατηρείται η Ορθοδοξία αποδυναμωμένη και ανίσχυρη, εκφράζεται δε κατά κανόνα ως ανθελληνισμός και φιλοτουρκισμός.
 
6. Δεν είναι, όμως, δυνατόν να προσεγγίσει κανείς σωστά το ζήτημα της Ελλαδικής αυτοκεφαλίας χωρίς να λάβει υπόψη και τους ιδεολογικούς μετασχηματισμούς που σημειώθηκαν στην Ευρώπη από την εποχή της Αναγεννήσεως και κυρίως κατά την περίοδο του Διαφωτισμού (17ος αι. κ.ε. ) και οι οποίοι mutatis mutandis λαμβάνουν σάρκα και οστά και στην ελεύθερη Ελλάδα από το 1833. Η βυζαντινή-ρωμαίικη θεωρία της συναλληλίας για τις σχέσεις «Ιερωσύνης» και «Βασιλείας» (Εκκλησίας και Πολιτείας, όπως επεκράτησε να λέγεται), που δεν έπαυσε ποτέ να συνιστά βασική συντεταγμένη της ρωμαίικης-βυζαντινής πολιτικής ζωής, έρχεται τώρα αντιμέτωπη με τη δυτική πολιτειοκρατική αντίληψη — συνέπεια του μακρού αγώνα εναντίον του εκκοσμικευμένου παπισμού— και τις νέες «λαϊκιστικές» αντιλήψεις, που επηρέαζαν τους Βαυαρούς αντιβασιλείς αποφασιστικά, και ιδιαίτερα τον G. Maurer. Προτεστάντης άλλωστε εκ πεποιθήσεως ο Maurer, είχε μόνιμο φόβο για την τυχόν εξέλιξη μιας «ελεύθερης» Εκκλησίας στην Ελλάδα σε μια παπική μικρογραφία και αυτό ήθελε να προλάβει με κάθε θυσία. Η Εκκλησία (ως Κλήρος και Καθίδρυμα) έπρεπε να οργανωθεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να καταστεί εύχρηστο μέγεθος για τη λειτουργία της Πολιτείας, αλλά ποτέ ισότιμο και συνεπώς επικίνδυνο. Η Διακήρυξη Β.Δ. Του 1833, με το οποίο ανακηρύχθηκε η Ελλαδική αυτοκεφαλία, με το θεσμό του πολιτικού άρχοντος (Βασιλέως) ως «αρχηγού… κατά το διοικητικό μέρος» (άρθ. 1), και του παντοδυνάμου «Βασιλικού Επιτρόπου» (άρθρ. 6, 7) είναι σαφής έκφραση αυτού του πνεύματος.
Από την άλλη όμως πλευρά το πρόβλημα εντασσόταν και μέσα στα πλαίσια του «ανατολικού ζητήματος», της πληρώσεως, δηλαδή, του κενού του δημιουργούμενου δια της βαθμιαίας υποχωρήσεως της τουρκικής αυτοκρατορίας εν Ευρώπη. Επειδή δε κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας η δικαιοδοσιακή έκταση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, του πρώτου Θρόνου της Ανατολής, εκάλυπτε και την περιοχή των (ευρωπαϊκών) κτήσεων της Τουρκίας, ο διαμελισμός της τελευταίας στον ευρωπαϊκό χώρο συνδέθηκε και με τη δικαιοδοσιακή συρρίκνωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την αυτόνομη και ανεξάρτητη ανάπτυξη των νέων εθνικών Κρατών της Βαλκανικής. Η ανεξαρτητοποίηση, άρα, των «εθνικών» Εκκλησιών βοηθούσε αποτελεσματικά το σχέδιο αυτό, που συνίστατο ουσιαστικά στην προσπάθεια τελεσίδικου ενταφιασμού της Ρωμανίας-Βυζαντίου και του πολιτισμού, που είχε ενσαρκώσει. Το περίεργο δε είναι, ότι ο περιορισμός αυτός της δικαιοδοσίας του Πατριαρχείου, μαζί με τον εδαφικό διαμελισμό της Τουρκίας, ενδιέφερε πολύ περισσότερο από τη δυτική πολιτική τη ρωσική διπλωματία (παράβαλλε Πανσλαβισμό και τη θεωρία περί «τρίτης Ρώμης»)45.
 
7. Ο Maurer συνεπώς στην προσπάθειά του να οργανώσει την Εκκλησία της ελευθερωμένης Ελλάδος κατά τις (προτεσταντικές) αρχές του —για να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη επιβολή της εξουσίας του Όθωνα σ' όλο το φάσμα της εθνικής ζωής46— βρήκε την ιδέα της αυτοκεφαλίας, που ανταποκρινόταν και στους δικούς του στόχους, βαθιά ριζωμένη στον ελλαδικό χώρο. Εκείνος της έδωσε απλώς με τις ενέργειές του συγκεκριμένο περιεχόμενο. Γι' αυτό αμέσως μετά την άφιξή του στο Ναύπλιο, έσπευσε να αναζητήσει τον Φαρμακίδη για την (από κοινού) εφαρμογή του κοινού σχεδίου47, δηλαδή της ανακηρύξεως του αυτοκέφαλου της Ελλαδικής Εκκλησίας, χωρίς την τήρηση όμως των κανονικών προϋποθέσεων, με τις αναπόφευκτες γνωστές συνέπειες, δηλαδή τη σχισματική απομόνωση της Εκκλησίας της Ελλάδος για δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια (1833-1850). Γιατί η κοσμογονική σημασία της πραξικοπηματικής και αντικανονικής ανακηρύξεως του αυτοκέφαλου της Ελλαδικής Εκκλησίας φάνηκε από τις συνέπειες της, που προεκτείνονται μέχρι την εποχή μας, παρ' όλες τις μετέπειτα βελτιώσεις, αφού η δυτικότροπη ορθολογική δομή του Νεοελληνικού Κράτους, όχι μόνο δεν άλλαξε έκτοτε, αλλά και περισσότερο ενισχύθηκε.
 
8. Οι επιπτώσεις του μαουρερικού αυτοκέφαλου για την πορεία της Ελλαδικής Εκκλησίας ήταν δυσμενέστατες48. Η Εκκλησία, που κατά τη διάρκεια της δουλείας υπήρξε η ευεργετική τροφός και η συνεκτική δύναμη του Γένους και συνετέλεσε όχι μόνο στη διάσωση, αλλά και στην πνευματική συνέχεια του, από «περιέχον» που ήταν μέχρι την Επανάσταση, κιβωτός δηλαδή σωτηρίας, μεταβάλλεται από το 1833 σε «περιεχόμενο», εντασσόμενη στα πλαίσια του ορθολογικά δομημένου Κράτους και περιοριζόμενη σε μια μόνο πτυχή της εθνικής ζωής, τη θρησκευτική.
Το 1833 ανοίγει μια νέα περίοδος στη ζωή της Ελλαδικής Εκκλησίας49, κοσμογονική πραγματικά, που σημαδεύεται από αποφασιστικές διαφοροποιήσεις και ανακατατάξεις. Το αυτοκέφαλο δεν είναι, άλλωστε, ένα μεμονωμένο γεγονός. Αποτελεί κατ' αρχήν την κορύφωση της πεισματικής συγκρούσεως των δύο ιδεολογικών ρευμάτων, που επί πολλούς αιώνες προσδιόριζαν την πορεία σύνολης της ζωής αυτού του Τόπου: των συντηρητικών και των φιλελευθέρων, αλλά και αφετηρία των ιδεολογικών μετασχηματισμών, που θα ακολουθήσουν. Πλήττοντας το αντικανονικό αυτοκέφαλο τη συνεκτική δύναμη του έθνους, την Εκκλησία, ήταν σαν να οδηγούσε το έθνος στη διάπραξη αυτοκτονίας. Γιατί οι συνέπειες του αυτοκέφαλου δεν έθιξαν μόνο την Εκκλησία και τη θρησκευτική ζωή, αλλά και σύνολο τον εθνικό βίο.
Οι συνέπειες του αυτοκέφαλου είχαν δύο κατευθύνσεις, προς τα μέσα και προς τα έξω. Εσωτερικά, αντί να βοηθήσει η αυτοκεφαλία στην ενίσχυση και καλύτερη οργάνωση της Εκκλησίας, προεκάλεσε την αποδυνάμωση και αποδιοργάνωσή της50. Το κύρος της Εκκλησίας, ενισχυμένο από την προσφορά της στο Γένος κατά τη δουλεία και μέχρι την Επανάσταση, μειώνεται συντριπτικά, αφού μεταβάλλεται η Εκκλησία σε έναν από τους πολλούς τροχούς της κρατικής μηχανής. Όπως πολύ ορθά παρετήρησε ο Νικ. Πανταζόπουλος, το πρόβλημα της Ελλαδικής αυτοκεφαλίας δεν περιοριζόταν στο διοικητικό χώρο, αλλά είχε πολύ ευρύτερο χαρακτήρα. Ουσιαστικά προέβαλλε το ερώτημα, αν η Αυτοκέφαλη Ελλαδική Εκκλησία «θα διετήρει εν τω Κράτει την εσωτερικήν αυτοτέλειαν και αυτονομίαν της, ή αν θα καθίστατο υποτελής εις αυτό· πώς εις τα πλαίσια του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους θα ηδύνατο να ενταχθή η Εκκλησία, διατηρούσα το θρησκευτικόν κύρος και την πολιτιστικήν ακτινοβολίαν, τα οποία είχεν αποκτήσει κατά την μακράν περίοδον της δουλείας»51. Αλλ' αυτήν ακριβώς τη θέση της Εκκλησίας ήθελαν οι Βαυαροί και οι Έλληνες συνεργάτες τους να καταργήσουν… 52. Όπως δε θα παρατηρήσει ένας ανώνυμος αρθρογράφος στην Εφημερίδα «Αιών» της 23. 7. 1850, «ενώ επί Τουρκοκρατίας η Εκκλησία ημών τοσαύτην απήλαυσεν ανεξαρτησίαν και δικαιώματα, επί Βαυαροκρατίας κατέστη δούλη και αιχμάλωτος των ξένων… Τις δεν φρίσσει βλέπων Έλληνας αρνούμενους εις την Μεγάλην Εκκλησίαν, όσα αυτοί οι κατακτηταί Τούρκοι ανεγνώρισαν εις αυτήν δικαιώματα νομίμου κυριαρχίας;»53.
Το ουσιαστικότερο επακόλουθο της πράξεως του 1833 ήταν η κατάσταση απόλυτης πολιτειοκρατίας (Staatskirchentum) στις σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας, ώστε να μπορεί κανείς να μιλεί χωρίς υπερβολή για πραγματική «καταδούλωσιν της Εκκλησίας»54, η οποία κατάντησε έρμαιο στα χέρια των Βαυαρών και των ξένων, που ανέλαβαν υπεύθυνες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό. Ο Καίσαρ δηλαδή επήρε και αυτό, που ανήκει στον Θεό! (Βλέπε Ματθ. 22,21). Η Εκκλησία περιήλθε στη θλιβερή κατάσταση ενός Σωματείου (για την εξυπηρέτηση της Πολιτείας), με τον Βασιλέα «κυριάρχην» στα διοικητικά (δηλαδή τα μη πνευματικά)55.
Έτσι, το νέο Ελληνικό Κράτος άρχισε την πορεία του με μια αποδυναμωμένη Εκκλησία, η οποία με το θεσμό μάλιστα της πενταμελούς Διαρκούς Συνόδου, εκλεγόμενης «αριστίνδην», δεν μπορούσε να του προσφέρει καμιά ουσιαστική βοήθεια στη χάραξη των προσανατολισμών του. Η αντίδραση της Εκκλησίας για τα τεκταινόμενα σε βάρος της εκφραζόταν από μια μερίδα, που συσπειρώθηκε γύρω από τον Κ. Οικονόμο, αλλά μέσα στην οξύτητα που διέκρινε τις ενέργειες των αλληλοπολεμουμένων παρατάξεων και στα πάθη των σφοδρών συγκρούσεων, η φωνή αυτή όχι μόνο δεν ακουγόταν από εκείνους που μπορούσαν να επηρεάσουν ή και να προλάβουν τις εξελίξεις, αλλά και απορριπτόταν πριν ακόμη καλά-καλά ακουσθεί!
Την κατάσταση που διαμορφώθηκε εσωτερικά μετά το 1833 μας δίνει —με κάποια δόση υπερβολής— η «Ευαγγελική Σάλπιγξ» της 14ης Νοεμβρίου 1836: «Και τα μεν πολιτικά ήθη βλέπομεν καθ' ημέραν ελεεινά. Των δε οικιακών και κοινωνικών εκδηλούνται κηλίδες και νοσήματα ανήκουστα ή μόλις ακουστά πριν της επαναστάσεως. Ψυχρότης και όκνος και προσοχθισμός περί την πάτριον ευσέβειαν αλογιστία προς τους ανθρώπους- γαμικοί απολακτισμοί αυθάδειαι και ασχημοσύναι προς τους γεννήτορας, περί τους πρεσβυτέρους και σοφωτέρους, μισαδελφίαι, φθοραί και απαγωγαί συγγενών εις άθεσμα συνοικέσια και ολιγωρίαι των φρικτών επιτιμιών της Εκκλησίας. Επιγαμίαι απροφύλακτοι προς πάσας φυλάς και θρησκείας και γλώσσας [… ] απιστία, κακουργία, παγγραφία, κλεψιγραφία, περί τα συναλλάγματα ωμότης περί τους πάσχοντας [… ] θνητόψυχος υλοπάθεια. Όλοι θεολόγοι καθ' εαυτούς- όλοι πολιτικοί, όλοι σοφοί, όλοι γραμματείς, όλοι συζητηταί, φέροντες ανά στόμα τ' όνομα του ιθ' αιώνος»56.
Εξ ίσου όμως σοβαρές υπήρξαν οι συνέπειες και προς τα έξω. Η Ελλαδική Εκκλησία βρέθηκε αυτόματα σε κατάσταση «δυνάμει» σχίσματος, αποκομμένη από τον φυσικό της χώρο, την κοινωνία των Ανατολικών Εκκλησιών. Ο Οικουμενικός πατριάρχης Κωνστάντιος Α', κατά την πατριαρχία του οποίου κηρύχθηκε η αυτοκεφαλία, αποκάλυψε στον Δ. Καλλέργη, ότι είχε λάβει την απόφαση να αφορίσει την Εκκλησία της Ελλάδος, εμποδίσθηκε όμως από τη Ρωσία57. Η τελευταία, βέβαια, φρόντισε να δείξει διαφορετικά την αντίδραση της, στο διπλωματικό και πολιτικό επίπεδο, ενεργοποιώντας την δράση της στην Ελλάδα δια του πρεσβευτού της στο Ναύπλιο Ν. Κατακάζη. Τούτο όμως προκάλεσε ή μάλλον εντατικοποίησε τη δραστηριότητα και της αγγλικής πολιτικής στον ελλαδικό χώρο, για να παραμείνει πάση θυσία η Ελλάδα μακριά από τη ρωσική επιρροή, μόνιμο βραχνά για την Αγγλία58. Έτσι, η προσπάθεια της Αγγλίας συγκεντρώθηκε στο στόχο να μην αποκτήσει ποτέ η Ελλάδα Σύνοδο, που να ευρίσκεται μέσα στην επιρροή του Οικουμενικού Πατριαρχείου και, έμμεσα, της Ρωσίας. Κατέληξε, λοιπόν, η Ελλάδα σε πεδίο συγκρούσεως και ανταγωνισμών των Μεγάλων Δυνάμεων, με άμεσες επιπτώσεις και στην εκκλησιαστική της ζωή.
Το αυτοκέφαλο επέφερε συγχρόνως διάσπαση της πνευματικής και εθνικής ενότητας του Ελληνισμού, ελευθέρου και υποδούλου. Η βίαιη και αντικανονική απόσπαση της Ελλαδικής Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο εσήμαινε σχίσιμο ελευθέρου και υποδούλου Ελληνισμού, γιατί παραμεριζόταν ο ιστορικός, πνευματικός και εθνικός, σύνδεσμος και συντελεστής της ενότητάς τους, το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως59.
Ο Κ. Οικονόμος, που αντελήφθη περισσότερο από κάθε άλλον τη σημασία του αυτοκέφαλου και διέγνωσε τη διπλωματική προοπτική του, θα κατηγορήσει τους δημιουργούς του, ότι στόχο είχαν «διαρρήξαι το των Ελλήνων Ορθόδοξον έθνος». Ορθότατα δε κατενόησε τη σημασία του χαρακτηρισμού ως Ελλήνων μόνο των ευρισκομένων μέσα στο μικρό Ελληνικό Κράτος, των δε έξω από τα όριά του ως Γραικών, και θα παρατηρήσει ειρωνικά: «… Άλλοι δε δήπου εκτός των ορίων Έλληνες ουδένες υπάρχουσιν… », συμπεραίνοντας: «Οι [… ] σπουδάσαντες αποσπάσαι τους Έλληνας από της μητρός αυτών Εκκλησίας εβάδισαν δρόμον αντεθνικόν και (κατά την ορθοδοξίαν των Ελλήνων) αντίθρησκον»60.
Η διάσπαση της ενότητας του Ελληνισμού δημιουργούσε ένα ισχυρότατο εμπόδιο στην πραγματοποίηση του χρυσού ονείρου του Ελληνισμού, της Μεγάλης Ιδέας, που συνέπιπτε τότε με τον πόθο για την ανάσταση όλης της Ρωμηοσύνης. Όσο και αν ο Όθων φαινόταν να έχει εγκολπωθεί τον μεγαλοϊδεατισμό των υπηκόων του, ο Maurer και οι συνεργάτες του εχάλκευαν μυστικά τέτοιες προϋποθέσεις, που η ενσάρκωση αυτού του ονείρου να καθίσταται πρακτικά αδύνατη, εξυπηρετουμένων έτσι των στόχων της Δυτικής πολιτικής.
Παράλληλα όμως θίχθηκε ανεπανόρθωτα και το κύρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου απέναντι στις άλλες εθνικές Ορθόδοξες Εκκλησίες, που βρίσκονταν στη δικαιοδοσία του. Είναι δε ανήκουστο, ότι το πρώτο πλήγμα το δέχθηκε το Οικουμενικό Πατριαρχείο από το έθνος εκείνο, που αποτελούσε «σάρκα από την σάρκα του», το Ελληνικό! Όταν αργότερα θα ισχυροποιηθεί η εθνικιστική ιδεολογία και στα υπόλοιπα Βαλκανικά Κράτη, οι εθνικές Εκκλησίες θα μιμηθούν το παράδειγμα της Ελλαδικής και θα κηρύξουν και αυτές την «αυτογνώμονα» αυτοκεφαλία τους.
Η κατάσταση αυτή της αβεβαιότητας και εκκρεμότητας για την Ελλάδα και την Εκκλησία της θα διαρκέσει 17 ολόκληρα χρόνια. Όσο δηλαδή ήταν αρκετό, για να θεμελιωθούν στην Ελλάδα όλες οι επιδιωκόμενες από το βαυαρικό καθεστώς εξελίξεις (δομικές και θεσμικές μεταβολές για τη δυτικοποίηση του Κράτους, προώθηση του εκδυτικισμού του Λαού με τη δυτικότροπη παιδεία και τη δράση των δυτικών μισσιοναρίων, κ.ά.)61.
Ο Κ. Οικονόμος θα αντιληφθεί, και θα το αναφέρει το 1845 σε γράμμα του στο μητροπολίτη Νοβογορίδης και Πετρουπόλεως Αντώνιο, ότι στην πολιτική των Βαυαρών κυριαρχούσε ένοχη σκοπιμότητα: «… Κωλύεται η ενταύθα Εκκλησία αιτήσαι παρά της Μ. Εκκλησίας την κανονικήν και νόμιμον της ανεξαρτησίας αναγόρευσιν, ως αν μένη μόνη· και δηλονότι και άσχετος προς τας λοιπάς αδελφάς, εκ δε τούτου και ευεπιχείρητος προς πάσαν καινοτομίαν…»62.
Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, ότι το θλιβερό έργο των Maurer-Φαρμακίδη επέκριναν εκτός από τους Έλληνες ακόμη και ξένοι63 — εκείνοι, φυσικά, που εγνώριζαν καλά, σε τι στόχευαν τα σχέδια των «αλλογενών», οι οποίοι ανέλαβαν την πολιτική, πνευματική, ιδεολογική, αλλά και θρησκευτική διαμόρφωση της Νεωτέρας Ελλάδος. Και μόνον αν αναλογισθεί κανείς, ότι οι ρίζες όλων των σημείων της οξείας προβληματικής, που αντιμετωπίζει η Εκκλησία μας μέχρι την εποχή μας, ευρίσκονται στη μικρή σε έκταση περίοδο, την οποία καλύπτει το ζήτημα του αυτοκέφαλου (1833-1852), είναι αρκετό, για να κατανοήσουμε την κεφαλαιώδη σημασία του.
 
Σημειώσεις

1. Βλέπε Χρ. Α. Παπαδοπούλου, Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος, τ. Α', Εν Αθήναις 1920, σ. 21 ε.ε., Εμμανουήλ I. Κωνσταντινίδου, Η εν Ελλάδι Εκκλησία κατά την επαναστατικήν και την μέχρι της αφίξεως του Όθωνος μεταβατικήν εποχήν (1821-1833), Εν Αθήναις 1970, όπου και η σχετική βιβλιογραφία (σ. 133-139). Παράβαλλε αρχιμ. Στεφάνου Δ. Σαχπελίδου, Το αυτοκέφαλον της Εκκλησίας της Ελλάδος και ο Κωνσταντίνος Οικονόμος (= ανατ. Από το Περιοδ. «Γρηγόριος ο Παλαμάς»), Θεσσαλονίκη 1972, σ. 17 ε.ε. (Μητροπολίτου Κίτρους) Βαρνάβα Δ. Τζωρτζάτου, Οι βασικοί θεσμοί Διοικήσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος μετά ιστορικής ανασκοπήσεως, Εν Αθήναις 1977, σ. 18 ε.ε. (με βιβλιογραφία).
2. Γενικά για την κίνηση του Νεοελληνικού Διαφωτισμού βλέπε Κ. Θ. Δημαρά, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Αθήνα 1977. Ιστορία του Ελληνικού έθνους (Εκδοτικής Αθηνών), τ. ΙΑ', σ. 306-359. Σχετικά με τις προεκτάσεις — και διαστάσεις — του (δυτικού και νεοελληνικού) Διαφωτισμού στο χώρο της εκκλησιαστικής μας ζωής τον ΙΗ' - ΙΘ' αι. βλέπε διεξοδική ανάλυση στου Ν. Γρ. Ζαχαροπούλου, Γρηγόριος Ε', Σαφής έκφρασις της εκκλησιαστικής πολιτικής επί Τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη 1974, σ. 50 ε.ε., 66 ε.ε. Ευρύτερα για το πρόβλημα Ρωμηοσύνη-Δύση βλέπε Π. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου, Ρωμηοσύνη Ρωμανία Ρούμελη, Θεσσαλονίκη 21981. Από τα τέλη του ΙΗ' αι. η ιδέα του Γένους υποχωρεί έναντι εκείνης του Έθνους, ταυτίζεται δηλαδή με το «φράγκικο» Nation. Βλέπε Κ. Θ. Δημαρά, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Ίκαρος 51984, σ. 161.
3. Αρκεί να διαβάσει κανείς τα «Προλεγόμενα» του έργου του: Συνέκδημος Ιερατικός, περιέχων τας δύο προς Τιμόθεον και την προς Τίτον επιστολάς του Αποστ. Παύλου, με δύο κοινάς μεταφράσεις και εξηγήσεις διεξοδικάς, Εν Παρισίοις 1831. Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι δύο φορές, το 1820, μετά την κυκλοφορία του έργου του: «Συμβουλή τριών Επισκόπων, επισταλείσα κατά το έτος 1553 προς τον Πάπαν Ιούλιον τον Γ', μεταφρασθείσα εκ της Λατινικής και πλουτισθείσα δια μακρών προλεγομένων και σημειώσεων», όπως και το 1831, μετά την έκδοση του «Συνεκδήμου», η αντίδραση των εκκλησιαστικών κύκλων του Οικουμενικού Πατριαρχείου έφθασε μέχρι την απόφαση αφορισμού του Κοραή, που — ορθά — όμως δεν ετελεσφόρησε. Βλέπε Απ. Β. Δασκαλάκη, Ο Αδαμάντιος Κοραής και η Ελευθερία των Ελλήνων, Αθήναι 21979, σ. 245 και 426. Ως προς τη στάση του Κοραή απέναντι σε θεσμούς της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν πρέπει να λησμονούμε, ότι παρά την εις άλλους τομείς ανυπολόγιστη προσφορά και ωφέλεια του στο έθνος, στα θέματα της πίστεως οι προϋποθέσεις του ήταν καθαρά δυτικές. Βλέπε Στήβεν Ράνσιμαν (μετάφρ. Νικ. Κ. Παπαρρόδου), Η Μεγάλη Εκκλησία εν αιχμαλωσία, Αθήνα 1979, σ. 668 έ. Παράβαλλε Ι. Ρωμανίδου, μν. έργ., σ. 47, 56, 208 έ., 217. Και σ' αυτήν την Κ. Διαθήκη — την οποία εγνώριζε πολύ καλά — η πρόσβαση του περνούσε μέσα από δυτικούς αγωγούς. Ο δρόμος της Ορθοδόξου πατερικής παραδόσεως, με το δογματικό, κανονικό και ασκητικο-μυστικό υπόστρωμά της, που παρά τις ανθρώπινες αδυναμίες δεν χάθηκε ποτέ και στο πολύπαθο Οικουμενικό Πατριαρχείο, του ήταν δυστυχώς ξένος, και γι' αυτό πολλές φορές οι κρίσεις του υπήρξαν άστοχες. Αυτή εξ άλλου είναι η κοινή μοίρα των «διαφωτιστών» κάθε εποχής — και όχι μόνο του Κοραή. Έτσι ακριβώς κρίνει τον άνδρα και ο Κων. Οικονόμος, ο οποίος το 1835 επικρίνει τα όσα άστοχα έγραψε ο Κοραής στον «Συνέκδημο», ενώ δεν παύει να τον επαινεί για την υπόλοιπη προσφορά του. Βλέπε Κων. Οικονόμου του εξ Οικονόμων, Περί των τριών ιερατικών της Εκκλησίας βαθμών επιστολιμαία διατριβή, εν ή και περί της γνησιότητος των Αποστολικών Κανόνων, Εν Ναυπλία 1835, σ. 299-300. Το 1839 όμως θα αναγκαστεί να γράψει προς τους φανατικούς οπαδούς του ελλαδικού αυτοκέφαλου: «… Έχοντες ως νέον ευαγγέλιον τα περί της μεταρρυθμίσεως της Εκκλησίας ανόσια και κακόδοξα του Κοραή γνωματεύματα (εξ ων υμίν εν τοις πλείστοις η μεγάλη σοφία!) μαθητεύετε τους Ορθοδόξους Έλληνας όλα τα λουθηρο-καλβινικά φρονήματα». Βλέπε Κ. Οικονόμου του εξ Οικονόμων, επίκρισις εις την περί Νεοελληνικής Εκκλησίας σύντομον απάντησιν του… Νεοφύτου Βάμβα, Αθήναι 1839, σ. 364. Παράβαλλε Κων. Δ. Μουρατίδου, Σχέσις Εκκλησίας και Πολιτείας εξ επόψεως Ορθοδόξου και των νεωτέρων κατευθύνσεων εν τη εκκλησιολογία και τη Πολιτειολογία, τ. Α', 1, Αθήναι 1965, σ. 209 ε.ε. Γράφει συγκεκριμένα ο Κ. Μουρατίδης: «Η απλοϊκή [… ] αντίληψις του Κοραή περί του περιεχομένου της εν Χριστώ αποκαλύψεως και της Αποστολής, ως αύται εμπεριέχονται εν τη Εκκλησία, ήτο φυσικόν να οδηγήση αυτόν εις το ν' αρνηθή εις την Εκκλησίαν οιανδήποτε αυτοτέλειαν και αυτοδιοίκησιν [… ] Ο Κοραής, αδυνατών λόγω των εσφαλμένων εκκλησιολογικών αυτού προϋποθέσεων να συλλαβή την έννοιαν του αυτονόμου και αυτοδιοικήτου πνευματικού οργανισμού της Εκκλησίας, καταλήγει κατ' ανάγκην εις την πλήρη υποταγήν του εκκλησιαστικού οργανισμού εις την Πολιτείαν… » (σ. 210-211). Για ιστορικούς λόγους πρέπει να αναφέρουμε και τη βαρειά κριτική, που άσκησε κατά του Κοραή ο Απ. Μακράκης. Βλέπε ομοφυής και ομογενής τριανδρία, Βολταίρος Κοραής Καΐρης (ανάτυπ. από την εφημερίδα «Λόγος»), Εν Αθήναις 1967. Προσθέτουμε τέλος, την πρόσφατη ανακοίνωσή μας στο Συνέδριο «Κοραής και Χίος» (Χίος, 11-15 Mαΐου 1983) με τίτλο: «Οι εκκλησιαστικές εξελίξεις στα πλαίσια του Νεοελληνικού Κράτους και η θεολογική κριτική για τον Κοραή». Πρακτικά Συνεδρίου, τόμ. Β΄, Αθήνα 1985, σ. 199-222.
4. Βλέπε Charles Frazee, The Orthodox Church and Independent Greece 1821-1852, Cambridge 1969, σ. 102. Philip Sherrard, Δοκίμια για τον Νέο Ελληνισμό, Αθήνα 1971, σ. 296.
5. Βλέπε Συνέκδημος Ιερατικός…, όπου παρ., σ. κς': «Η ελευθερωμένη Ελλάς, αν και ομόδοξος με την Εκκλησίαν του Βυζαντίου, και τας υπό τον τουρκικόν ζυγόν λοιπάς Εκκλησίας της Ανατολής, επειδή, δεν είναι περί δόγματος ο λόγος, άλλα περί τύπου εκκλησιαστικού, έχει το δίκαιον να συγκροτήση ιδίαν τοπικήν ελευθέραν Ιερέων ελευθέρων σύνοδον, και να διατάξη τας ακολουθίας της, ως συμφέρει εις την Εκκλησίαν και εις την νέαν κοσμικήν αυτής πολιτείαν». Αναγκάζεται όμως (το 1831!) να συμπληρώσει: «Αλλά δεν ήλθεν ακόμη ο καιρός τοιαύτης συνόδου· πρέπει πρώτον να εξαπλωθή η παιδεία εις το γένος, και να πληθυνθή ο αριθμός των λογίων Ιερέων» (αύτ.).
6. Προλεγόμενα εις τα πολιτικά του Αριστοτέλους (Ελληνικής Βιβλιοθήκης τόμος τρισκαιδέκατος), Εν Παρισίοις 1821, σ. ρκ'. Παρατηρεί εύστοχα ο Χρ. Γιανναράς: «Ο Κοραής ερμηνεύει την εκκλησιαστική ενότητα σαν πολιτική δέσμευση και συνδέει αυθαίρετα, βιάζοντας την ιστορική αλήθεια, το συνοδικό σύστημα της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τη διοίκηση των συγχρόνων του προτεσταντικών Εκκλησιών υπό Συνεδρίων διαρκών» (Ορθοδοξία και Δύση Η Θεολογία στην Ελλάδα σήμερα, Αθήνα 1972, σ. 72).
7. Ο Χρυσ. Παπαδόπουλος, σημειώνει σχετικά: «Υπήρχεν εν Ελλάδι, ισχυρά μερίς […], ήτις ήθελε να διοργανωθή η εν Ελλάδι Εκκλησία όλως ανεξαρτήτως από του Πατριαρχείου ως αυτοκέφαλος» (Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος, τ. Α', Εν Αθήναις 1920, σ. 52).
8. Χρυσ. Παπαδοπούλου, μν. έργ., σ. 54. Υπήρχαν βέβαια και εξαιρέσεις, όπως ο Ιωάννης Κωλέττης, ο Αλ. Μαυροκορδάτος κ.ά.
9. Βλέπε Αθαν. Γρ. Γερομιχαλού, Ίδρυσις και Διοίκησις της Εκκλησίας της Ελλάδος, στην επιστ. Επετηρίδα της Θεολ. Σχολής του Παν/μίου Θεσσαλονίκης, τ. 11 (1967), σ. 356 ε.ε. Χρ. Παπαδοπούλου, Ιστορία…, όπου παρ., σ. 53 έ.
10. Βλέπε σχετικά στου Χρ. Παπαδοπούλου, Ιστορία…. , όπου παρ., σ. 54-55. Παράβαλλε Στ. Σαχπελίδου, μν. έργ., σ. 24.
11. Στ. Σαχπελίδου, μν. έργ., σ. 24 και Χρ. Παπαδοπούλου, Ιστορία…. , σ. 54 έ.
12. Χρ. Παπαδοπούλου, μν. έργ., σ. 55.
13. Κ. Οικονόμου, Τα Σωζόμενα Εκκλησιαστικά Συγγράμματα (εκδ. Σοφ. Κ. Οικονόμου), τ. Γ'., Αθήνησι αωξς', σ. 2 ε., 11 ε., 26 ε. Γ. I. Κονιδάρη, εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος, τ. Β΄, Εν Αθήναις 21970, σ. 225 έ. Α. Δ. Κυριακού, Εκκλησιαστική Ιστορία, τ. 3ος, εν Αθήναις 21898, σ. 54.
14. Σ. Σαχπελίδου, μν. έργ., σ. 18, σημ. 32.
15. Γ. Κονιδάρη, όπου παρ., σ. 228.
16. Τα Σωζόμενα, όπου παρ., σ. 94.
17. Α. Μάμουκα, Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος, τ. Α', Πειραιεύς 1839, σ. 46.
18. Αυτόθι, τ. Β΄, σ. 70-71.
19. Ένα σχέδιο υπέβαλε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και δύο ο Τριπόλεως Δανιήλ. Βλέπε Εμμ. I. Κωνσταντινίδου, Η εν Ελλάδι Εκκλησία…, όπου παρ., σ. 43.
20. Μ. Οικονόμου, Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας ή ο Ιερός των Ελλήνων αγών, Αθήναι 1873, σ. 870. ε.
21. Α. Μάμουκα, μν. έργ., τ. 7 (1840), σ. 20, ε.ε. Παράβαλλε Εμμ. Κωνσταντινίδου, μν. έργ., σ. 46 ε.ε.
22. Βλέπε Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Ιστορία…, όπου παρ., σ. 32: «Δι' αυτού [δηλαδή του σχεδίου] καθωρίζετο σύστημα αυτοδιοικούμενης Εκκλησίας, ουχί όμως αυτοκέφαλου»).
23. Κ. Οικονόμου, Τα Σωζόμενα Εκκλησιαστικά Συγγράμματα, τ. Β΄, Αθήνησι 1864, σ. 47.
24. Γ. Κονιδάρη, όπου παρ., σ. 229 ε.ε. Εμμ. Κωνσταντινίδου, μν. έργ., σ. 70 ε.ε.
25. Χρ. Παπαδοπούλου, Ιστορία…, όπου παρ., σ. 36. Παράβαλλε Γ. Κονιδάρη, μν. έργ., σ. 230.
26. Βλέπε Τα Γράμματά του προς τους Οικουμενικούς Πατριάρχες Αγαθάγγελο (1826-30) και Κωνστάντιο Α' (1830-34) του Κ. Οικονόμου, Τα Σωζόμενα, όπου παρ., σ. 53. ε. ε. Και Εμμ. Κωνσταντινίδου, μν. έργ., σ. 71 ε. ε. Και 95 ε.ε. Χαρακτηριστικό είναι, ότι ήδη στις 18. 4. 1819 ο Καποδίστριας, ευρισκόμενος στην Κέρκυρα, είχε εκδώσει επώνυμα Υπόμνημα, υποστηρίζοντας την αναβολή της επαναστάσεως, όπως επίσης τη θεμελίωση της Φιλικής Εταιρείας «ουχί επί της εθνότητος, αλλά επί της ευρείας και ζώσης Ορθοδόξου Εκκλησίας, προτείνων να μορφωθώσιν οι Ιερείς ως διδάσκαλοι του λαού και δι' αυτών να μορφωθή ο λαός». Χρυσ. Α. Παπαδοπούλου, Η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως και η Μεγάλη επανάστασις του 1821, «Θεολογία» ΚΑ (1950), σ. 316.
27. Εμμ. I. Κωνσταντινίδου, Ιωάννης Καποδίστριας και η εκκλησιαστική του πολιτική, Αθήναι 1977, σ. 83.
28. Βλέπε Φιλαρέτου Βαφείδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, τ. Γ2, Εν Αλεξάνδρεια 1928, σ. 498.
29. Νουβίας Ανθίμου, Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ως κανονολόγος, «Εκκλησία» ΛΔ' (1957), σ. 486. Παράβαλλε Β. Στεφανίδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, Εν Αθήναις 21959, σ. 746. Ο ίδιος ο Φαρμακίδης καυχώμενος διακηρύσσει: «Δεν θέλομεν δε ειπεί ψεύδος ή λόγον υπερήφανον, εάν είπωμεν, ότι και αυτή η πρώτη της αναδείξεως αυτοκέφαλου της Ελληνικής Εκκλησίας ιδέα ήτον ημετέρα». Συνοδικός Τόμος ή περί Αληθείας, Αθήναι 1852, σ. 8. Παράβαλλε Απολογία, Εν Αθήναις 21840, σ. 25 (εθεωρείτο κοινώς ως «πρωταίτιος της πράξεως εκείνης»).
30. Θ. Φαρμακίδου, Απολογία, όπου παρ., σ. 14. Γενικότερα τις ιδέες του Φαρμακίδη για το πρόβλημα αυτό βλέπε αυτόθι, σ. 35 ε. Και του ιδίου, Συνοδικός Τόμος, όπου παρ., σ. 177 ε.ε. Παράβαλλε στου Χρυσ. Παπαδοπούλου, Ιστορία…, όπου παρ., σ. 64 ε.ε. και Στ. Σαχπελίδου, μν. έργ., σ. 35. ε. ε.
31. Παγκόσμιος Ιστορία (έκδ. Ελευθερουδάκη), τ. 2β, εκδ. Β΄, Αθήναι χ. χρ., σ. 864 έ. Στ. Θ. Λάσκαρι, Διπλωματική Ιστορία της Ελλάδος (1821-1914), εν Αθήναις 1947, σ. 36 ε.ε. Μιχ. Θ. Λάσκαρι, Το Ανατολικόν Ζήτημα (1800-1923), τ. Α', Θεσσαλονίκη 1978 (= 1948), σ. 71 ε.ε.
32. Για τον αντιρωσισμό του Φαρμακίδη [βλ. Στ. Σαχπελίδου, μν. έργ., σ. 27 ε. Παράβαλλε Γ. Δ. Μεαλληνού, Το Ζήτημα…, όπου παρ., σ. 374. Frazee, μν. έργ., σ. 104 ε. Κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε εδώ αποσπάσματα από ένα ανέκδοτο κείμενο του Θ. Φαρμακίδη, που ερμηνεύει ριζικά το φόβο του απέναντι στον Πανσλαβισμό: «… Μόλις ανηγέρθη Ελληνικόν Βασίλειον, και ευθύς εγεννήθη μείζων άλλη Ιδέα, και αυτή είναι όλως αντίθετος και αντιπολέμιος τη παρ' ημίν λεγομένη Μεγάλη Ιδέα και εις πραγματοποίησιν αυτής γίνεται αδιαλείπτως μεγίστη ενέργεια. Και τίς η μείζων αυτή ιδέα; Η ιδέα του πανσλαβισμού! Ο σλαβισμός υποβλέπων και φθονών τον Ελληνισμόν, ωπλίσθη ευθύς εις τελείαν αυτού καταστροφήν, όχι εις κώλυσιν των προόδων αυτού. Τι δε εστί πανσλαβισμός; Ένωσις όλων των πολυπληθών σλαβικών εθνών υπό έν και το αυτό σκήπτρον, και αν ποτε η ιδέα αυτή γενή πράγμα, τρέχει μέγιστον κίνδυνον αυτός ο ευρωπαϊσμός! Αλλ' αν η εις έν μέγα σλαβικόν έθνος ένωσις των υπό άλλα έθνη τελούντων σλαβικών εθνών είναι νυν δύσκολος, δεν είναι όμως δύσκολος και η ένωσις των εν τη Οθωμανική επικράτεια σλαβικών εθνών. Τούτο προπαρασκευάζεται, και η προπαρασκευή αυτή ενεργείται αφ' ης ημέρας υπεγράφη του Ελληνικού Βασιλείου η ανέγερσις. Ώστε άμα δοθή κατάλληλος αφορμή, όλα τα υπό την οθωμανικήν δεσποτείαν σλαβικά έθνη ευρίσκονται ηνωμένα υπό το ισχυρότατον σλαβικόν σκήπτρον [… ]», (Υπάρχει Εταιρεία του Πανσλαβισμού), «ορμητήριον δε της Εταιρείας του Πανσλαβισμού είναι το κατ' αντίφρασιν άγιον λεγόμενον Όρος. Εκεί υπάρχει καθιδρυμένον το σχολείον των Αποστόλων του Πανσλαβισμού, και ούτοι δεν είναι μόνον Σλάβοι, αλλά και Έλληνες το γένος. Το αργύριον και το χρυσίον τι δεν κατορθώνουσιν; Και δεν είναι απόστολοι μόνον λαϊκοί, αλλά και κληρικοί και πολλώ περισσότεροι και του λεγομένου αγγελικού, ήτοι του μοναχικού τάγματος, διότι οι άγγελοι ούτοι έχουσι προ παντός άλλου την επιτηδειότητα και ικανότητα εις το μεταβάλλεσθαι κατά τους πολύποδας [… ] Επειδή δε ο σλαβισμός τον Ελληνισμόν φοβείται, τούτον πολεμεί πανταχού της οθωμανικής επικρατείας, και όπου ούτος ήτον προ ετών πολλών ριζωμένος δια την επιμιξίαν, εκριζόνεται νυν ως φυτόν ξένον. Εξορίζεται η Ελληνική γλώσσα εκ των κατά την Θράκην, Βουλγαρίαν, Μακεδονίαν, Βοσσνίαν, Ιλλυρίαν και όλους τους παρά σλαβικών εθνών εν Τουρκία κατοικημένους τόπους Εκκλησιών, ουδ' ανέχεται πλέον αυτή, και μόνη η σλαβική συνίσταται [… ]» (Ο πανσλαβισμός θεωρεί την Ελλάδα) «εμπόδιον εις την επιτυχίαν του μεγάλου αυτού σκοπού [… ]. Θέλει να εκταθή μέχρι Μεθώνης και δεν θέλει ησυχάσει ποτέ, εν όσω υπάρχει Ελληνικόν Βασίλειον [… ]. Τίνος έργον ήτον εφέτος τα Φλαμιατικά [σημ. γρ. 1852] ή Χριστοφορικά, ει μη της Εταιρείας του Πανσλαβισμού; [… ] Οδηγείται δε και διευθύνεται η Εταιρεία εκ Κωνσταντινουπόλεως [… ] Εκείθεν συχναί μεταβάσεις και επισκέψεις εις το λεγόμενον άγιον όρος και εκείσε μεταβάσεις και επισκέψεις αιδεσίμων κληρικών εξ Αθηνών. Τώρα εξηγούνται πολλά, τα οποία, ότε εγίνοντο, ενομίζοντο αθώα». (Αρχείον Φαρμακίδου, όπου παρ., Χφον 15, χ. αρ. ).
Γίνεται φανερό, ότι ο αγώνας των δυο μερίδων είχε βαθύ ιδεολογικό και καθαρά πολιτικό υπόβαθρο, παράλληλα με την υπόθεση της Ορθοδοξίας, που δεν έπαυε και τις δύο πλευρές να ενδιαφέρει. Ήταν αντίθεση ανάμεσα στους φορείς της ευρωπαϊκής ιδέας (Φαρμακίδης) και τους υποστηρικτές της ρωσικής (όχι δε πάντοτε και της πανσλαβιστικής) πολιτικής. Έφθαναν βέβαια σε υπερβολές, με το να θεωρούν οι μεν τους δε ως προδότες, όπως είχαν επίσης και μια τραγική μονομέρεια: Οι «ρωσίζοντες» εντόπισαν τον κίνδυνο στη «μασονία», ενώ οι «δυτικίζοντες» στον πανσλαβισμό. Δεν γνωρίζουμε, πόσοι μπόρεσαν τελικά να δουν αντικειμενικά και τις δύο πλευρές. Για τον Πανσλαβισμό και τα σχέδιά του βλέπε Γ. Κονιδάρη, Η άρσις του βουλγάρικου σχίσματος εν τω πλαισίω της καθολικής Ορθοδοξίας του Ελληνισμού, έκδ. Γ' επηυξημένη, Αθήναι 1971, σ. 30 ε.ε. Ευρύτερο χαρακτήρα έχει η μελέτη: Ιω. Ν. Μοσχοπούλου, Πανσλαβισμός και Ελληνισμός…, Μέρος Α', από του 1840 έως του 1917, Αθήναι 1978.
33. «In the Russian view the Bond with Constantinople was an important link between independent Greece and the tsar because of the great influence exercised by Russia in the Ottoman Empire» Ch. Frazee, όπου παρ., σ. 109.
34. Στ. Θ. Λάσκαρι, μν. έργ., σ. 45.
35. Ch. Frazee, μν. έργ., σ. 105 ε.
36. Γ. Κονιδάρη, Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος, όπου παρ., σ. 254. Κ. Θ. Δημαρά, Ο Κοραής και η εποχή του (=Βασ. Βιβλιοθήκη 9), Αθήναι 1958, σ. 46. Ν. Ζαχαροπούλου, Γρηγόριος Ε', όπου π., σ. 75 ε.
37. Ph. Sherrard, μν. έργ., σ. 295.
38. Κατά τον Ph. Sherrard, «Εντυπωσιακή επίδειξη νομιμοφροσύνης απέναντι στους Τούρκους άρχοντες». Αυτόθι.
39. Κ. Δημαρά, Ο Κοραής και η εποχή του, όπου παρ., σ. 46. Ν. Ζαχαροπούλου, όπου παρ., σ. 70 ε.
40. Βλέπε Αποστ. Β. Δασκαλάκη, "Ο Αδαμ. Κοραής και η Ελευθερία των Ελλήνων", Αθήναι 21979, σ. 94-101 (όπου και βιβλιογρ. για το έργο). Παράβαλλε Ph. Sherrard, μν. έργ., σ. 294. ε. ε.
41. Ν. Πανταζοπούλου, Georg - Ludwig von Maurer. Η προς τα ευρωπαϊκά πρότυπα ολοκληρωτική στροφή της νεοελληνικής νομοθεσίας, Αθήναι 1968, σ. 216.
42. Βλέπε Αποστ. Β. Δασκαλάκη, Κείμενα Πηγαί της Ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Α', Αθήναι 1966, σ. 128 ε.ε.
43. Γ. Κονιδάρη, Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος, Τόμος Β΄, όπου παρ., σ. 228.
44. Βλέπε Κ. Οικονόμου, Τα Σωζόμενα…, τ. Β΄, σ. 53 ε. Ανάλογα θα μπορούσαν να λεχθούν και για τις εγκυκλίους του Πατριαρχείου λίγο πριν από την έναρξη της Επαναστάσεως του 1821 και με τις οποίες καταδικάζονταν Έλληνες διανοούμενοι για τα φιλελεύθερα συγγράμματά τους. Γράφει σχετικά ο Ι. Φιλήμων (Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Α', 1859, σ. 97): «Η τουρκική εξουσία ανησυχεί και εξωτερικώς και εσωτερικώς, και εγκυκλίους παρά του Πατριάρχου της Κωνσταντινουπόλεως προεκάλεσε, δι' ων αφωρίζοντο οι εν τη αλλοδαπή εκδίδοντες φιλελεύθερα συγγράμματα Έλληνες…». Βλέπε ευρύτερα για το θέμα: Φ. Ηλιού, «Τύφλωσον Κύριε τον λαόν σου» -οι προεπαναστατικές κρίσεις και ο Ν. Σ. Πίκολος, «Ο Ερανιστής», τ. 11 (1973), σ. 580-626.
45. Για τα προβλήματα αυτά παραπέμπουμε γενικά στα έργα: Ph. Sherrand, «Εκκλησία, Κράτος και ο Ελληνικός Αγώνας της Ανεξαρτησίας» στον Τόμο: Δοκίμια για τον Νέο Ελληνισμό, Αθήνα 1971, σ. 294-323. Γ. I. Κονιδάρη, Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος, τ. Β΄, Εν Αθήναις 21970, σ. 232 ε.ε. Μ. Θ. Λάσκαρι, Το ανατολικό Ζήτημα (1800-1923), τ. Α' (1800-1878), Θεσσαλονίκη 1978 (=1948). Μ. S. Anderson, The Eastern Question, London Ν. York 1966· π. Ιωάννου Ρωμανίδου, Η Ρωμηοσύνη του 1821 και αι Μεγάλαι Δυνάμεις, έκτ. έκδοση της εφημ. «Ορθ. Τύπος», αρ. 309, 25 Μαρτίου 1978.
46. Γράφει ο ίδιος: «… Ο απελευθερωτικός αγώνας δεν γινόταν μόνο για την πολιτική, αλλά και για τη θρησκευτική ελευθερία. Άλλωστε, η μία χωρίς την άλλη δεν είχε κανένα νόημα, και κατά συνέπεια η ανεξαρτησία της Ελληνικής Εκκλησίας ήταν απαραίτητη για την υπόσταση της ίδιας της Μοναρχίας». G. L. Maurer, Α΄ Ελληνικός Λαός (μετάφραση Όλγας Ρομπάκη), Αθήνα 1976, σ. 501 (σημ. ). Παράβαλλε Χρ. Παπαδοπούλου, Ιστορία…, όπου παρ., σ. 66 ε.
47. Θ. Φαρμακίδου, Απολογία, όπου παρ., σ. 18 ε. Παράβαλλε Γερομιχαλού, μν. έργ., σ. 312, 369. Γ. Κονιδάρη, μν. έργ., σ. 233 ε. C. Frazee, μν. έργ., σ. 102.
48. Βλέπε Στ. Σαχπελίδου, μν. έργ., σ. 39 ε.ε. Παράβαλλε Νικολάου Δ. Κουλουγλιώτη, Η διαμάχη Θεοκλήτου Φαρμακίδη-Κωνσταντίνου Οικονόμου και η διαμόρφωση του παιδευτικού ιδεώδους του Νεωτέρου Ελληνισμού, Πολυγρ. Διδακτορική διατριβή (1983), σ. 71 ε.ε.
49. «At the end of 1833 the Church of Greece had gone through a great tranformation», Ch. Frazee, μν. έργ., σ. 124.
50. Κατά τον Ch. Frazee, «instead of helping the Church to make the necessary internal improvements, Maurer's Constitution simply made it an agency of an authoritarian state and a poor one at that. On this score, Georg von Maurer stands condemned». Μν. έργ., σ. 124.
51. Ν. Πανταζοπούλου, Georg Ludwig von Maurer, Η προς τα ευρωπαϊκά πρότυπα ολοκληρωτική στροφή της νεοελληνικής νομοθεσίας, Αθήναι 1968, σ. 220.
52. «Ο Maurer απειργάσθη την αποδιοργάνωσιν της Εκκλησίας», παρατηρεί ο Ν. Πανταζόπουλος, μν. έργ., σ. 239.
53. «Αιών» αρ. 1083/23.7.1850, σ. 1 (Τίτλος: Αθηναϊκά. Άρθρον πρώτον).
54. Φ. Βαφείδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, όπου παρ., σ. 512. Παράβαλλε Γ. Κονιδάρη, Σταθμοί εκκλησιαστικής πολιτικής εν Ελλάδι από του Καποδιστρίου μέχρι σήμερον, Εν Αθήναις 1971, σ. 47 ε.ε.
55. Βλέπε Διακήρυξιν Περί της ανεξαρτησίας της Ελληνικής Εκκλησίας, άρθρον 1: «… Κατά δε το διοικητικόν μέρος έχουσα [sc. Η Εκκλησία της Ελλάδος] αρχηγόν τον Βασιλέα της Ελλάδος… ». Κ. Οικονόμου, Τα Σωζόμενα εκκλησιαστικά…, τ. Β΄, σ. 177.
56. «Ευαγγελική Σάλπιγξ», τ. Β΄ αρ. 15/14.11.1836, σ. 114. Για τη δημιουργηθείσα, κυρίως από εκκλησιαστικής και κοινωνικής πλευράς κατάσταση, βλέπε Χρ. Παπαδοπούλου, Ιστορία…, σ. 133 ε.ε., Στ. Σαχπελίδου, μν. έργ., σ. 39 ε.ε. C. Frazee, μν. έργ., σ. 125 ε.ε.
57. Ch. Frazee, μν. έργ., σ. 129.
58. Αυτόθι, σ. 130.
59. Βλέπε Π. Καρολίδου, Σύγχρονος Ιστορία των Ελλήνων και των λοιπών λαών της Ανατολής από 1821 μέχρι 1921, τ. Β΄, σ. 31.
60. Τα σωζόμενα εκκλησιαστικά συγγράμματα, τ. Γ, σ. 20.
61. Βλέπε Γ. Δ. Μεταλληνού, Η κατά την Ανατολήν Δύσις Ο «μετακενωτικός» ρόλος των Δυτικών Μισσιοναρίων στο Ελληνικό Κράτος, ((Σύναξη», αρ. 8 (1983).
62. 27. 12. 1845. Δ. Σ. Μπαλάνου, Ανέκδοτοι επιστολαί Κων. Οικονόμου του εξ Οικονόμων, Πραγμ. της Ακαδημ. Αθηνών, τ. Ε', αρ. 1, εν Αθήναις 1936, σ. 14.
63. Ο Αρχιδούκας της Αυστρίας Ιωάννης επισκέφθηκε την Ελλάδα το 1837 και διαπιστώνοντας τις συνέπειες του αυτοκέφαλου, έγραφε: «Η επί του εκκλησιαστικού δοθείσα λύσις υπήρξεν άφρων. Ο λαός κρέμαται κυριολεκτικώς από την πίστιν του και οι Επίσκοποι υπήρξαν πρότερον οι ηγέται και δικασταί του. Το φιλελεύθερον, πλην ελλιπές την πίστιν πνεύμα της αντιβασιλείας ώθησεν εις ρήξιν με τον αρχηγόν της Ανατολικής Εκκλησίας, μετέβαλε τον βασιλέα εις Αρχηγόν της Εκκλησίας, εις την οποίαν δεν ανήκει, μετέβαλε τους επισκόπους εις υπαλλήλους, κατήργησε τας πλειοτέρας μονάς, κατέρριψε πλήθος ναών χωρίς να κτίση ούτε ένα, εδημιούργησε μετανάστευσιν πολλών κληρικών και έρριψεν άλλους εις μεγίστην αθλιότητα». Leitner, S. Baptist Kaiserl. Prinz u. Erzherzog von Osterreich, Ein treues Bild des Herzogtums Steiermark, Graz 1860, σ. 320, στου Δ. Πετρακάκου, Κοινοβουλευτική Ιστορία της Ελλάδος, τ. I, Αθήναι 1935, σ. 472.

Τα «σχίσματα τών Εκκλησιών» Για να μην παρερμηνεύεται ο άγιος Βασίλειος Τού Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου Πηγή: Περιοδικό "Εκκλησιαστική Παρέμβαση" Τεύχος 246 - Ιανουάριος 2017.



Αναδημοσίευση από: http://www.parembasis.gr



Όταν ο Μέγας Βασίλειος προσευχόταν «παύσον τα σχίσματα τών Εκκλησιών» εννοούσε την προσωρινή διακοπή εκκλησιαστικής κοινωνίας μεταξύ τών Εκκλησιών για ζητήματα ιάσιμα, ενώ για τις αιρέσεις προσεύχεται διαφορετικά.



Στην αναφορά τής θείας Λειτουργίας τού Μεγάλου Βασιλείου γίνεται λόγος για τα «σχίσματα τών Εκκλησιών». Ο Μέγας Βασίλειος μεταξύ τών άλλων προσεύχεται στον Θεό: «Παύσον τα σχίσματα τών Εκκλησιών».

Μερικοί σύγχρονοι θεολόγοι, για να δικαιολογήσουν τον όρο Εκκλησία και για τους ετεροδόξους, επικαλούνται και την φράση αυτή και ισχυρίζονται ότι ο Μέγας Βασίλειος ονομάζει Εκκλησίες και τις κοινότητες τών αιρετικών, οπότε αυτό, όπως ισχυρίζονται, δίδει το δικαίωμα να ονομάζουν όλους τους Χριστιανούς εκτός τής Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, ότι ανήκουν σε Εκκλησίες.

Αυτό εκ πρώτης όψεως είναι λογικοφανές, αλλά εάν αναλύση κανείς το θέμα θα διαπιστώση ότι τέτοιες ερμηνευτικές αποδόσεις στον Μέγα Βασίλειο είναι εσφαλμένες.

Κατ’ αρχάς αμέσως μετά την προσευχή «παύσον τα σχίσματα τών Εκκλησιών» ακολουθεί η προσευχή: «τας τών αιρέσεων επαναστάσεις ταχέως κατάλυσον τη δυνάμει τού αγίου σου Πνεύματος». Αυτό σημαίνει ότι εδώ γίνεται διάκριση μεταξύ τών σχισμάτων, που πρέπει να παύσουν να υπάρχουν, και τών επαναστάσεων τών αιρέσεων που πρέπει να καταλυθούν με την δύναμη τού Αγίου Πνεύματος. Και αυτό γιατί οι αιρέσεις είναι προϊόντα τού πονηρού πνεύματος, τών δαιμονικών δυνάμεων.

Έπειτα, στην ίδια ευχή τής αναφοράς προσεύχεται: «τους εσκορπισμένους επισυνάγαγε∙ τους πεπλανημένους επανάγαγε και σύναψον τη αγία σου καθολική και αποστολική Εκκλησία». Έτσι, υπάρχει η Μία, Αγία, Αποστολική και Καθολική Εκκλησία και «οι πεπλανημένοι» που έχουν απομακρυνθή από αυτή και πρέπει να επιστρέψουν σε αυτήν.

Όποιος δεν μπορεί να κάνη την διάκριση μεταξύ σχισμάτων και αιρέσεων, δεν μπορεί να καταλάβη τον λόγο τού Μεγάλου Βασιλείου και κατά τον τρόπο αυτό τον παρερμηνεύει και τον αδικεί.

Το ότι ο Μέγας Βασίλειος κάνει διάκριση μεταξύ τών σχισμάτων και τών αιρέσεων φαίνεται στον 1ο Κανόνα του, ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο και επομένως έχει καθολική ισχύ.

Στον σημαντικό αυτόν κανόνα ο Μέγας Βασίλειος κάνει την διάκριση μεταξύ αιρέσεων, σχισμάτων και παρασυγαγωγών. Αναλύοντας αυτό το θέμα γράφει, κατά την μετάφραση τού χωρίου: «αιρέσεις (οι παλαιοί Πατέρες) ονόμασαν αυτούς που είχαν αποσχιστεί τελείως και είχαν αποξενωθεί από την ίδια την πίστη, ενώ σχίσματα αυτούς που φιλονίκησαν μεταξύ τους για κάποιες αιτίες εκκλησιαστικές και για ζητήματα που μπορούν να διευθετηθούν∙ και παρασυγαγωγές τις συγκεντρώσεις που έκαναν ανυπότακτοι πρεσβύτεροι ή επίσκοποι και αγράμματοι άνθρωποι». Δίνει δε μερικά παραδείγματα από την τότε πραγματικότητα για να γίνη κατανοητό.

Κάνοντας αυτήν την διάκριση σαφώς γράφει ότι οι Πατέρες οι παλαιοί καθόρισαν «το μεν τών αιρετικών (βάπτισμα), παντελώς αθετήσαι», το δε βάπτισμα τών σχισματικών να το δεχθούν, επειδή «ως έτι εκ τής εκκλησίας αυτών», αφού αποσχίσθηκαν από την Εκκλησία για «ζητήματα ιάσιμα», όχι τής πίστεως, και το βάπτισμα αυτών που ανήκουν στις παρασυναγωγές «αν βελτιωθούν με αξιόλογη μετάνοια και επιστροφή, να ενώνονται  ξανά με την Εκκλησία, ώστε πολλές φορές να γίνονται δεκτοί στην ίδια την τάξη, όταν μετανοήσουν, και αυτοί που έφυγαν μαζί με τους απειθάρχητους και που είχαν κάποιον ιερατικό βαθμό».

Ο Μέγας Βασίλειος αιτιολογεί θεολογικώς γιατί οι αιρετικοί δεν ανήκουν στην Εκκλησία, και γιατί δεν μπορεί να γίνη αποδεκτό το βάπτισμά τους. Γράφει: «οι δε τής εκκλησίας αποστάντες, ουκ έτι έσχον την χάριν τού αγίου Πνεύματος εφ’ εαυτούς∙ επέλιπε γαρ η μετάδοσις τω διακοπείναι την ακολουθίαν», δηλαδή «αυτοί όμως που αποστάτησαν από την εκκλησία δεν έχουν πια την χάρη τού Αγίου Πνεύματος επάνω τους∙ γιατί σταμάτησε η μετάδοση, επειδή διακόπηκε η συνέχεια».

Αυτό σημαίνει ότι όσες κοινότητες χριστιανικές δέχονταν την αίρεση, δεν είχαν αποστολική διαδοχή, και δεν έχουν έγκυρα μυστήρια, αφού τους εγκατέλειψε η Χάρη τού Αγίου Πνεύματος.

Η εποχή στην οποία έζησε ο Μέγας Βασίλειος ήταν μια ταραχώδης εποχή. Είχε προηγηθή η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, αλλά σχεδόν αμέσως μετά την Σύνοδο αυτή δημιουργήθηκαν έριδες. Γίνονταν μεγάλες συζητήσεις για τον όρο τού ομοουσίου και άλλους όρους σχετικά με την θεότητα τού Υιού και Λόγου τού Θεού, αλλά και την θεότητα τού Αγίου Πνεύματος. Έτσι, άλλες χριστιανικές κοινότητες είχαν απομακρυνθή από την Εκκλησία ως αιρετικές, λόγω τού ότι ο Επίσκοπος είχε προσχωρήσει στην αίρεση, άλλες ήταν σχισματικές για λόγους προσωπικούς και διοικητικούς, αφού δεν είχε επικρατήσει ακόμη το διοικητικό σύστημα, που υπάρχει σήμερα, και άλλες ήταν παρασυναγωγές. Όλα αυτά ρυθμίστηκαν με την Β΄  Οικουμενική Σύνοδο, η οποία συνήλθε το 381 μ.Χ. δύο χρόνια μετά την κοίμηση τού Μεγάλου Βασιλείου. Η δε Σύνοδος αυτή δεν ανήρεσε αυτήν την διάκριση τού Μεγάλου Βασιλείου, αλλά την διατήρησε, γιατί θέτει ουσιαστικούς και κανονικούς όρους για να δεχθή το βάπτισμα αυτών που έφυγαν από την Εκκλησία.

Έτσι η διάκριση μεταξύ αιρέσεως, σχίσματος και παρασυναγωγής υφίσταται σήμερα. Αιρετικοί  είναι όσοι έχουν εισάγει αιρετικές αποκλίσεις από την πίστη τών Πατέρων. Το filioque, το actus purus, το analogia entis, το analogia fidei είναι  αιρέσεις και αυτές έχουν εγκολπωθή οι δυτικοί Χριστιανοί. Ο μονοφυσιτισμός και ο μονοθελητισμός είναι αιρέσεις και αυτές έχουν εγκολπωθή οι ανατολικοί Χριστιανοί. Εκτός αυτών, υπάρχουν και Εκκλησίες για διοικητικούς λόγους, που δεν έχουν εκκλησιαστική κοινωνία, όπως το Πατριαρχείο Αντιοχείας διέκοψε την εκκλησιαστική κοινωνία με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων.

Επομένως, όταν ο Μέγας Βασίλειος προσευχόταν «παύσον τα σχίσματα τών Εκκλησιών» εννοούσε την προσωρινή διακοπή εκκλησιαστικής κοινωνίας μεταξύ τών Εκκλησιών για ζητήματα ιάσιμα, ενώ για τις αιρέσεις προσεύχεται διαφορετικά, ήτοι «τας τών αιρέσεων επαναστάσεις ταχέως κατάλυσον τη δυνάμει τού Αγίου σου Πνεύματος» και «τους πεπλανημένους επανάγαγε και σύναψον τη αγία σου καθολική και αποστολική εκκλησία».

Μέσα στην προοπτική αυτή πρέπει να ερμηνεύση κανείς τις επιστολές που απέστειλε ο Μέγας Βασίλειος για την ειρήνη στην Εκκλησία.

Πρέπει να σταματήση αυτή η παρερμηνεία τής διδασκαλίας τού Μεγάλου Βασιλείου. Όσοι έχουν διαφορετικές απόψεις, έχουν το δικαίωμα να τις εκφράζουν, αλλά οπωσδήποτε ας σταματήσουν να παρερμηνεύουν τον μεγάλο μας Πατέρα, τον Αρχιεπίσκοπο Καισαρείας τής Καππαδοκίας και ουρανοφάντορα Βασίλειο.–

Περί ημερομηνιών και χρόνων και περί σχισμάτων Απόσπασμα από τον Γ΄ Λόγο κατά Ιουδαίων σε μετάφραση Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου






Αναδημοσίευση από: http://www.impantokratoros.gr/DEE8631E.el.aspx

Πηγή: ΕΠΕ, τ. 34 σσ. 181-191.



§ 5. Και όπως τώρα προτιμάται να τα υπομένετε όλα, παρά να αλλάξετε τη συνήθεια, έτσι έπρεπε αυτή να την περιφρονείτε και να προτιμάτε να υποφέρετε τα πάντα και να κάμνετε το κάθε τι, ώστε να προσέρχεσθε χωρίς αμαρτήματα στη θεία ευχαριστία. Το ότι ο Θεός αδιαφορεί για τη διαφύλαξη ορισμένων ημερών, άκουσέ τον τι λέγει όταν κρίνει˙ πεινώντα με είδετε και εθρέψατε, διψώντα και εποτίσατε, γυμνόν και περιεβάλετε˙ ενώ τους ευρισκομένους στα αριστερά του τους κατηγορεί με τα αντίθετα από αυτά. Και πάλι προσάγοντας άλλον για την μνησικακία, τον κολάζει λέγοντας˙ πονηρέ δούλε, πάσαν την οφειλήν εκείνην αφήκά σοι˙ έδει και σε ελεήσαι τον συνδούλον σου, ως και εγώ σε ηλέησα. Πάλι τις παρθένες, επειδή δεν είχαν λάδι στις λαμπάδες τους, τις απέκλεισε από τον νυμφώνα. Άλλον πάλι τον απέκλεισε επειδή εισήλθε μη έχοντας ένδυμα γάμου, αλλά με ρυπαρά ενδύματα, δηλαδή την πορνεία και την ακαθαρσία. Αλλά κανείς δεν αποκλείσθηκε επειδή τέλεσε το Πάσχα αυτόν ή τον άλλο μήνα….

Και γιατί να ομιλώ για μας, που έχουμε απαλλαγή από κάθε νομική υποχρέωση και βρίσκεται το πολίτευμά μας επάνω στους ουρανούς, όπου δεν υπάρχουν μήνες και ήλιος και σελήνη και κύκλοι ετών;…

§ 6. Ας μη φιλονικούμε λοιπόν, ούτε και να λέμε εκείνο, ότι δηλαδή τόσα χρόνια νήστευα έτσι και τώρα θα αλλάξω; Άλλαξε ακριβώς γι’ αυτό και μόνο˙ επειδή για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα αποκόπηκες από την Εκκλησία, γύρισε τώρα πίσω στην μητέρα. Κανείς δεν λέγει, επειδή για τόσο χρόνο παρέμενα στην έχθρα, ντρέπομαι τώρα να συμφιλιωθώ. Γιατί ντροπή είναι όχι η προς το καλύτερο μεταβολή αλλά η παραμονή στην άκαιρη φιλονεικία. …

Ας μην επιστρέφουμε λοιπόν προς τα πρώτα, την στιγμή που ήρθαν τα τελειότερα, κι ούτε να φυλάσσουμε ακόμη ημέρες και εποχές και έτη, αλλά παντού ας ακολουθούμε με κάθε ακρίβεια την Εκκλησία, προτιμώντας πάνω απ  όλα την αγάπη και την ειρήνη. Γιατί, κι αν ακόμη η Εκκλησία διέπραττε σφάλμα, δεν θα ήταν το κατόρθωμα από την ακριβή τήρηση των χρόνων τόσο μεγάλο, όσο είναι το έγκλημα που προέρχεται από τη διαίρεση και το σχίσμα.

Τώρα δεν έχει για μένα καμιά σημασία η τήρηση του καιρού, αφού, όπως αποδείξαμε, δεν έχει ούτε για τον Θεό σημασία. Άλλωστε για το θέμα αυτό αφιέρωσα πολλούς λόγους. Αλλά ένα μόνο πράγμα ζητώ˙ το να κάνουμε τα πάντα με ειρήνη και ομόνοια και όταν εμείς και όλος ο λαός νηστεύουμε και οι ιερείς αναπέμπουν τις κοινές υπέρ της οικουμένης ευχές, συ να μην παραμένεις στο σπίτι μεθυσμένος.

Ούτε η Εκκλησία ανεγνώριζε την υποχρεωτική και ακριβή τήρηση των καιρών. Αλλ’ επειδή από την αρχή φάνηκε καλό στους Πατέρες που ήταν διασκορπισμένοι παντού, να συνέλθουν και να ορίσουν την ημέρα αυτή, η Εκκλησία τιμώντας πάντοτε την συμφωνία και αγαπώντας την ομόνοια, αποδέχθηκε την απόφαση. Για το ότι και σε μας και σε σας και σε οποιονδήποτε άλλον είναι αδύνατο να καθορίσει επακριβώς την ημέρα, κατά την οποία ο Κύριος τέλεσε το μυστήριο, αποδείχθηκε ικανοποιητικά με τα όσα έχουν λεχθή.

Ας μη σκιαμαχούμε, λοιπόν, κι ας μη βλάπτουμε τους εαυτούς μας στα μεγάλα πράγματα, φιλονικώντας για τα ανάξια λόγου. Γιατί δεν αποτελεί έγκλημα το να νηστεύουμε αυτή η την άλλη περίοδο, αλλά έγκλημα, και μάλιστα ασυγχώρητο και άξιο καταδίκης και πρόξενο μεγάλης τιμωρίας, είναι η διαίρεση της Εκκλησίας, ο διαπληκτισμός, η σπορά της διχόνιας και η συνεχής αποστέρηση του εαυτού μας από τις συνάξεις των πιστών.

… Γι’ αυτό τερματίζοντας εδώ την ομιλία, ας ευχηθούμε από κοινού όλοι, να επιστρέψουν οι αδελφοί μας κοντά μας, και αφού ασπασθούν την ειρήνη, αποφύγουν την άκαιρη φιλονικία, καταγελάσουν την ψυχρότητα των αισθημάτων τους, σκεφθούν πιο σοβαρά και απαλλαγούν από την τήρηση των ημερών, όλοι μαζί τότε μ’ ένα στόμα να δοξάζουμε τον Θεό και Πατέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και το κράτος, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Η διαχρονικότητα τού δόγματος τής Κάθαρσης, τού Φωτισμού και τής Θέωσης στην Ορθόδοξη Εκκλησία Μια κυοφορούμενη αίρεση στην Ορθόδοξη Εκκλησία Του Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιεροθέου Πηγή: http://www.romfea.gr





    1. Οι δήθεν δύο τύποι εκκλησιολογίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία

    2. Συνοπτική αντίκρουση

    3. Ευρύτερες αναλύσεις

        Α. Οι προϋποθέσεις του ορθοδόξως θεολογείν

        Β. Πρέπει κανείς προηγουμένως να σχολάση για να γνωρίση τον Θεό. «Δει γαρ τω όντι σχολάσαι και γνώναι Θεόν»

        Γ. Η εμπειρία της δόξης του Θεού και η διατύπωσή της

        Δ. Η νηπτική-ησυχαστική παράδοση και οι άγιοι Πατέρες

        Ε. Η νηπτική-ησυχαστική παράδοση και οι άγιοι Πατέρες

        ΣΤ. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης προσδιορίζοντας την αρετή, παρουσιάζει ως τύπο τελείου ανθρώπου τον Προφήτη Μωϋσή

        Ζ. Η νηπτική-ησυχαστική παράδοση και οι Οικουμενικές Σύνοδοι

        Η. Η παράδοση της Φιλοκαλίας

        Θ. Η νηπτική θεολογία, τα Μυστήρια και η λατρεία της Εκκλησίας

    4. Η ερμηνεία του π. Ιωάννου Ρωμανίδη

    5. Συμπέρασμα



Η λέξη αίρεση προέρχεται από το ρήμα αιρέομαι-ούμαι και δηλώνει την επιλογή και προτίμηση μιας επί μέρους πλευράς μιας διδασκαλίας που απολυτοποιείται σε βάρος της καθολικότητος, της όλης αληθείας.

Από πλευράς Ορθοδοξίας αίρεση είναι η απόκλιση από την καθιερωμένη διδασκαλία της Εκκλησίας, όπως διατυπώθηκε από τους Αποστόλους, τους Πατέρας της Εκκλησίας, κυρίως στις Τοπικές και τις Οικουμενικές Συνόδους. Για παράδειγμα, η διδασκαλία για την ένωση των δύο φύσεων στον Χριστό διατυπώθηκε στην Δ’ Οικουμενική Σύνοδο, σύμφωνα με την οποία η θεία και η ανθρώπινη φύση ενώθηκαν «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως» στην υπόσταση του Λόγου.

Όταν κάποιος υπερτονίζη την θεία φύση σε βάρος της ανθρωπίνης φύσεως, περιπίπτει στην αίρεση του μονοφυσιτισμού. Όταν κάποιος άλλος υπερτονίζη την ανθρωπίνη φύση σε βάρος της θείας φύσεως και κυρίως σε βάρος της ενότητος των δύο φύσεων, τότε περιπίπτει στην αίρεση του νεστοριανισμού.

Το προηγούμενο δείχνει ότι πρέπει να αποδεχόμαστε τα δόγματα της Εκκλησίας τα οποία διατυπώθηκαν στην Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση, δηλαδή στα κείμενα των Προφητών, των Αποστόλων και των Πατέρων, οι τελευταίοι δε τα διετύπωσαν στις Τοπικές και Οικουμενικές Συνόδους, γιατί διαφορετικά, αλλοιώνεται η αποκεκαλυμμένη αλήθεια της πίστεως, και κυρίως αυτή η αλλοίωση γίνεται με στοχασμούς και ευσεβείς σκέψεις πάνω σε δογματικές αλήθειες της Εκκλησίας.



1. Οι δήθεν δύο τύποι εκκλησιολογίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία

Τον τελευταίο καιρό υφέρπει και κυοφορείται μια αιρετική διδασκαλία που υπονομεύει όλο το οικοδόμημα της ορθοδόξου διδασκαλίας. Δεν θα έδινα ιδιαίτερο ενδιαφέρον και προσοχή, αν δεν έβλεπα ότι αυτή η κακοδοξία διαδίδεται σαν λύμη, την οποία συναντώ σε βιβλία και κείμενα, θεολόγων και φιλοσοφούντων, σε άρθρα, σε προφορικές ομιλίες που ακούγονται από ραδιοφωνικούς σταθμούς.

Δεν κτυπιέται ευθέως η δογματική διδασκαλία της Αγίας Γραφής, των Οικουμενικών Συνόδων, αλλά κυρίως προσβάλλονται ύπουλα οι προϋποθέσεις της ορθοδόξου θεολογίας.

Γράφεται και λέγεται ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας από τον 3ο αιώνα και μετά αλλοίωσαν την αρχέγονη εκκλησιαστική παράδοση.

Η αρχαία Εκκλησία, όπως υποστηρίζεται, ζούσε το μυστήριο της Εκκλησίας στην θεία Ευχαριστία, η οποία θεία Ευχαριστία «αποτελεί εικόνα και προληπτική φανέρωση της εσχατολογικής Βασιλείας του Θεού», οπότε η θεία Ευχαριστία εξομοιώνει, κατά το δυνατόν, τις ιστορικές κατά τόπους χριστιανικές κοινότητες ως «αυθεντική έκφραση της εσχατολογικής δόξας της βασιλείας του Θεού».

Οι απόψεις μπορούν να φαίνονται ως ευλογοφανείς, ουσιαστικά όμως δημιουργούν πρόβλημα, όταν δεν ερμηνεύωνται ορθόδοξα τα περί της θείας Ευχαριστίας ως φανερώσεως της Βασιλείας του Θεού, και τα περί της μεθέξεως της εσχατολογικής δόξας της Βασιλείας.

Λέγεται αυτό, γιατί όσοι χρησιμοποιούν τέτοιες εκφράσεις συνήθως αγνοούν ή περιφρονούν την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας, ιδιαιτέρως του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, για το ότι η Βασιλεία του Θεού είναι η φανέρωση του Θεού ως Φωτός, όπως έγινε στο όρος της Μεταμορφώσεως.

Διαφορά Ορθοδόξων και αιρετικών με Ιατρικούς όρους Και γιατί είναι ανόητη η συμπροσευχή μαζί τους π. Ιωάννη Ρωμανίδη




Πηγή: "Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη" Τόμος Β΄.  Τού σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου.

Τα προηγούμενα δείχνουν ότι, όπως υπάρχει διαφορά μεταξύ αλήθειας και αιρέσεως, έτσι υπάρχει διαφορά μεταξύ Ορθοδόξων και αιρετικών. Όπως τα δόγματα διατυπώνονται από συγκεκριμένους ανθρώπους, τους θεουμένους, έτσι και οι αιρέσεις διατυπώνονται από φιλοσοφούντες θεολόγους.
Οι Ορθόδοξοι Πατέρες γνωρίζουν την ορολογία περί Θεού, αλλά γνωρίζουν και την μέθοδο να φθάσουν στην προσωπική γνώση του Θεού.
«Ο θεούμενος γνωρίζει πώς χρησιμοποιεί την ορολογία περί Θεού και δεν επιτρέπει στον εαυτό του ούτε στους κατηχουμένους ούτε στα πνευματικά του τέκνα να πέσουν σε σφάλμα, να νομίζουν δηλαδή ότι είναι δυνατόν να συλλάβουν τον Θεό δια της λογικής».
Η διαφορά μεταξύ Ορθοδόξων και αιρετικών πρέπει να εντοπισθεί με όρους ιατρικούς. Οι Ορθόδοξοι Πατέρες είναι πραγματικοί επιστήμονες ιατροί, ενώ οι αιρετικοί, που χρησιμοποιούν άλλη μέθοδο (στοχασμό), είναι κομπογιαννίτες (ψεύτικοι ιατροί).
«Στον Μεσαίωνα ήταν πάρα πολύ γνωστό στους κυβερνώντες ποια είναι η διαφορά μεταξύ Ορθοδοξίας και αιρέσεως. Ποια είναι η διαφορά; Η διαφορά είναι απλουστάτη· ότι στην αίρεση δεν υπάρχει θεραπεία του νου του ανθρώπου. Στην Ορθοδοξία, όμως, θεραπεύεται ο νους του ανθρώπου. Στην Ορθοδοξία υπάρχει θεραπεία της ανθρώπινης προσωπικότητος και απόδειξη είναι οι Άγιοι.
Οι αιρετικοί ήταν κάτι αντίστοιχο με τους κομπογιαννίτες και υπέσχοντο κάποια ζωή μετά θάνατον. Σε αυτήν όμως εδώ την ζωή δεν έδιναν θεραπεία στους πιστούς τους ούτε προσέφεραν τίποτε παραπάνω από μία επί πλέον δεισιδαιμονία. Οι αιρέσεις ήταν και είναι θρησκείες μετά τον θάνατο. Αιρετικός ήταν εκείνος του οποίου τα δόγματα δεν ήταν Ορθόδοξα· έτσι δεν του επέτρεπαν να φθάσει στην κάθαρση και τον φωτισμό. Η Ορθοδοξία όμως προσφέρει αυτήν την θεραπεία και οδηγεί τον άνθρωπο στην κάθαρση και στον φωτισμό».
«Τι ήταν η διαφορά μεταξύ των αιρετικών και τών Ορθοδόξων; Οι μεν είχαν θεραπεία της νοεράς ενέργειας, κάθαρση, φωτισμό και θέωση, και οι άλλοι δεν είχαν. Αυτή ήταν η διαφορά μεταξύ τους. Στην αίρεση δεν υπάρχει σωστή θεραπεία».
«Εάν αποκτήσουμε τα πατερικά ερμηνευτικά κλειδιά, από αυτής της απόψεως είναι διαπιστευτό το Ορθόδοξο από το αιρετικό και το βασικό κριτήριο είναι η επιτυχία. Η επιτυχία της πίστεως ήταν η θεραπεία του ανθρώπου. Δηλαδή η Ορθόδοξη παράδοση είχε μια πραγματική θεραπεία, η απόδειξη αυτής ήταν η ίδια η κατάσταση του φωτισμού, ή οποία κατάσταση του φωτισμού δεν υπήρχε στους αιρετικούς. Αυτό ήταν το πρόβλημα. Το κριτήριο ήταν εκεί που οι μεν ήσαν αθεράπευτοι και οι άλλοι εθεραπεύοντο. Οπότε, όπως σήμερα θα κάναμε την διάκριση μεταξύ κομπογιαννιτών και πραγματικών γιατρών, και με τα κριτήρια αυτά της καθάρσεως, του φωτισμού και της Θεώσεως, που δεν υπήρχαν στους αιρετικούς, με αυτά τα κριτήρια το Κράτος απεφάσιζε ότι οι αιρετικοί είναι κομπογιαννίτες». 
«Οι περισσότεροι αιρετικοί, εάν εξετάσετε τους βίους των αιρετικών, θα δείτε ότι οι αιρετικοί συνήθως ήταν καλοί άνθρωποι. Εάν δεν ήσαν καλοί άνθρωποι, δεν θα είχαν οπαδούς. Και δεν θα ήσαν, (πώς λέγονται αυτοί που πλανούν τους άλλους δηλαδή), δεν θα ήσαν λαοπλάνοι, διότι ο λαοπλάνος, συνήθως, είναι εκείνος ο οποίος μιλάει ωραία, πείθει εξασκώντας πίεση, λέει ωραία πράγματα, ασχολείται με τις ωραιολογίες και ο κόσμος δέχεται τις αιρέσεις τους, διότι είναι καμουφλαρισμένες οι αιρέσεις τους, συνήθως, μέσα σε ωραία λόγια. Διότι άμα λέγει κανείς κακά πράγματα, πώς θα μαζέψει οπαδούς δηλαδή; Θα μαζέψει οπαδούς, επειδή λέει ωραία πράγματα. Δεν είναι έτσι; Έχει μια ωραιοφάνεια, έχει μια αληθοφάνεια, όπως ο κομπογιαννίτης, δηλαδή».
Οι αιρετικοί, που έχουν καταδικασθεί ή έχουν οι ίδιοι απομακρυνθεί από την Εκκλησία, δεν ανήκουν στο Σώμα της Εκκλησίας. Αυτός είναι ο λόγος γιατί δεν συμπροσεύχονται οι Ορθόδοξοι με τους ετεροδόξους-αιρετικούς.
Τα μέλη της Εκκλησίας συναθροίζονται για να προσευχηθούν ως μέλη αυτής. Η Εκκλησία προσεύχεται συγκεκριμένα για κάθε περίπτωση, ήτοι προσεύχεται συλλογικά για τους καθαιρομένους να καθαρθούν και να οδηγηθούν στην θέωση, και για τους Θεουμένους να οδηγούνται από δόξης εις δόξα.
Έτσι, η Εκκλησία προσεύχεται και για τους αιρετικούς να επιστρέψουν στην Ορθόδοξη πίστη. Στην θεία Λειτουργία του Μ. Βασιλείου υπάρχει η προσευχή: «τους πεπλανημένους επανάγαγε και σύναψον τη αγία σου Καθολική και Αποστολική Εκκλησία».
«Εάν έχουμε έναν Πνευματικό Πατέρα, ο οποίος είναι στην κατάσταση της φωτίσεως και έχει την νοερά προσευχή, μπορούμε να καθόμαστε και να προσευχόμαστε για την φώτισή του; Αυτό απαγορεύεται, είναι βλακεία δηλαδή. Γι' αυτό λέει ότι πρέπει να προσευχόμαστε ανάλογα με την κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο καθένας. Αυτό σημαίνει ότι κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας υπάρχουν τρόποι να ξέρουμε ακριβώς πού βρίσκεται ο καθένας και ανάλογα να προσευχόμαστε.
Όταν έχει κανείς αυτά υπ’ όψη, τότε βλέπει τι βλακεία κάνουν οι σημερινοί Ορθόδοξοι και συμπροσεύχονται με τους ετεροδόξους, όχι επειδή είναι κακοί άνθρωποι οι ετερόδοξοι, όχι, δεν είναι κακοί άνθρωποι· χίλιες φορές να προσευχόμαστε για τους ετεροδόξους, αυτό ναι. Προσευχόμαστε για τους ετεροδόξους· αυτό μας επιβάλλεται. Αλλά να συμπροσευχόμαστε μαζί τους, τι νόημα έχει αυτό το πράγμα;
Εφ' όσον δεν μπορούμε να συμπροσευχηθούμε, εάν είμαστε στην κατάσταση του φωτισμού, δεν συμπροσευχόμαστε με τους κατηχουμένους ακόμα, δεν συμπροσευχόμαστε με τους αφορισμένους, με αυτούς που είναι στην τάξη των μετανοούντων δεν συμπροσευχόμαστε. Προσευχόμαστε για τους αιρετικούς, αλλά δεν συμπροσευχόμαστε».
Αυτό συμβαίνει γιατί η Εκκλησία πάντοτε προσεύχεται στην λατρεία και στα Μυστήρια ως Σώμα.

Η σταθερότητα τών Χριστιανικών δογμάτων και η αστάθεια τών αιρετικών διδασκαλιών Αγίου Ειρηναίου τής Λυών (2ος - αρχές 3ου αιώνος).

Κατά Αιρέσεων Βιβλίο 3ο: Κεφ. 24.


Πηγή: "Έλεγχος και Ανατροπή τής Ψευδωνύμου Γνώσεως", βιβλίο 3ο, κεφάλαιο 24, σε μετάφραση αρχιμ. Ειρηναίου Χατζηεφραιμίδη δ. Θ. Θεσσαλονίκη 1991.

1. Ξεσκεπάσαμε, λοιπόν, όλους όσοι παρουσιάζουν ανόσιες απόψεις για τον Δημιουργό και Πλάστη μας, που έκανε αυτόν τον κόσμο και υπεράνω του οποίου δεν υπάρχει άλλος Θεός. Με αυτά τα επιχειρήματα ανατρέψαμε όσους διδάσκουν εσφαλμένα για την υπόσταση του Κυρίου μας και την οικονομία του χάριν του ανθρώπου.
 
Το κήρυγμα της Εκκλησίας από παντού ομολογείται και εξ ίσου παραμένει σταθερό.
Έχει τη μαρτυρία των Προφητών και των Αποστόλων και όλων των μαθητών, όπως αναφέραμε, δηλαδή, στην αρχή, στο μέσον και στο τέλος και σε όλη την οικονομία του Θεού και στο βέβαιο έργο της σωτηρίας του ανθρώπου, η οποία βρίσκεται στην πίστη μας.
Αυτήν την πίστη, που δέχθηκε η Εκκλησία, τη φυλάγουμε- αυτήν που πάντα μένει νέα από το Πνεύμα το Άγιο, ως μία εξαίρετη παρακαταθήκη μέσα σε καλό σκεύος, αλλά και διατηρεί καινούργιο το σκεύος, στο οποίο βρίσκεται.
Αυτό το δώρο εμπιστεύθηκε ο Θεός στην Εκκλησία, όπως έδωσε την πνοή της ζωής στο πλάσμα του, ώστε όλα τα μέλη της που θα το λάβουν, να ζήσουν. Και με αυτό έχει ορισθεί στην Εκκλησία η κοινωνία του Χριστού, δηλαδή, το Πνεύμα το Άγιο, ο αρραβών της αφθαρσίας, η στερέωση της πίστεως μας και η κλίμακα που ανεβαίνουμε στον Θεό. Διότι λέγει ότι: «Εν τη Εκκλησία έθετο ο Θεός Αποστόλους, προφήτας, διδασκάλους» (Α' Κορ. 12: 28) και όλη την άλλη ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, στο οποίο δεν συμμετέχουν όλοι όσοι δεν συναθροίζονται στην Εκκλησία. Αυτοί στερούνται της ζωής με τις αιρετικές απόψεις και τα κακά έργα τους.
Όπου είναι η Εκκλησία, εκεί και το Πνεύμα του Θεού και όπου είναι το Πνεύμα του Θεού, εκεί και η Εκκλησία και όλη η χάρις. Το δε Πνεύμα είναι η αλήθεια. Γι' αυτόν το λόγο όσοι δεν παίρνουν το Άγιο πνεύμα, ούτε ανατρέφονται στη ζωή από τους μαστούς της μητέρας, ούτε απολαμβάνουν την πλουσιωτάτη πηγή που προέρχεται από το σώμα του Χριστού. Αλλά σκάβουν για τον εαυτό τους «λάκκους συντετριμμένους» (Ιερεμίας 2: 13) από γήινα ορύγματα και από τη λάσπη πίνουν νερό που προκαλεί την αηδία. Αποφεύγουν την πίστη της Εκκλησίας, για να μη ελεγχθούν, και απορρίπτουν το Πνεύμα, για να μη διδαχθούν.
2. Είναι αποξενωμένοι από την αλήθεια και, όπως τους αξίζει, κυλιούνται μέσα σε κάθε πλάνη που τους σαλεύει, διότι πρεσβεύουν διαφορετικά κατά καιρούς για τα ίδια πράγματα και δεν έχουν ποτέ σταθερή γνώμη.
Μάλλον θέλουν να είναι σοφισταί λόγων, παρά μαθηταί της αληθείας. Δεν θεμελιώθηκαν επάνω στη μοναδική πέτρα, αλλά επάνω στην άμμο που έχει μέσα πολλές πέτρες. Γι' αυτό και επινοούν πολλούς θεούς και δικαιολογούνται ότι πάντοτε ερευνούν, όμως, ποτέ δεν μπορούν να βρουν την αλήθεια, διότι είναι τυφλωμένοι.
Ασφαλώς βλασφημούν τον Δημιουργό, δηλαδή, τον αληθινό Θεό, ο οποίος και μας παρέχει τη δυνατότητα να βρίσκουμε την αλήθεια, διότι νομίζουν ότι βρήκαν άλλον θεό, ανώτερο από τον αληθινό Θεό ή άλλο Πλήρωμα ή άλλη οικονομία. Γι' αυτόν το λόγο και το φως, που είναι από τον Θεό, δεν τους φωτίζει. Διότι δεν τίμησαν, αλλά περιφρόνησαν τον Θεό, θεωρώντας τον «Υστερήματος καρπόν», διότι για την αγάπη του και το άπειρο έλεος του ήλθε να τον γνωρίσουν οι άνθρωποι.
(Τον γνωρίζουν, όμως, όχι κατά το μέγεθος και την ουσία του, διότι κανείς δεν την εξέτασε, ούτε την ψηλάφησε, αλλά τόσο μόνο, ώστε να μάθουμε ότι αυτός που τους έκανε και τους έπλασε και τους έδωσε την πνοή της ζωής και με την κτίση μας τρέφει, στερεώνοντάς μας με τον Λόγο του και συναρμόζοντας όλα με τη Σοφία του, αυτός είναι ο μόνος αληθινός Θεός).
Ενώ αυτός που τον φαντάσθηκαν επάνω από τον Θεό, δεν υπάρχει. Έτσι νομίζουν πως βρήκαν τον μεγάλο θεό, τον οποίο κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει, διότι δεν έρχεται σε επικοινωνία με το ανθρώπινο γένος, ούτε κυβερνά τα γήινα. Δηλαδή, βρήκαν τον θεό του Επικούρου, ο οποίος ούτε για τον εαυτό του ούτε για τους άλλους κάνει τίποτε και επομένως δεν προνοεί για τίποτε.

"Εάν εμείς ή άγγελος από τον ουρανό κηρύττει σε σας ένα άλλο ευαγγέλιο, παρά εκείνο που σας κηρύξαμε, ας είναι ανάθεμα. Όπως είχαμε πει πρωτύτερα, λέω και τώρα ξανά: Αν κάποιος κηρύττει σε σας ένα άλλο ευαγγέλιο, παρά εκείνο που παραλάβατε, ας είναι ανάθεμα".
(Απόστολος Παύλος. Γαλάτας 1: 8,9).